χωρίς άλλη αναβολή
Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009
36 ~ Άρθουρ Καίσλερ: μην αφήνεις τους φόβους σου να επηρεάζουν τις πράξεις σου
Θάρρος είναι να μην αφήνεις ποτέ τους φόβους σου να επηρεάζουν τις πράξεις σου
*
Τίποτα δεν είναι πιο θλιβερό από το θάνατο μιας ψευδαίσθησης.
*
Δεν επιτρέπεται σε κανέναν να θεωρεί τον κόσμο ως ένα είδος μεταφυσικού οίκου ανοχής για συναισθήματα.

Η βασική προϋπόθεση της πρωτοτυπίας είναι η τέχνη του να ξεχνάμε, στη κατάλληλη ώρα, αυτό που γνωρίζουμε.
*
Η δημιουργική δραστηριότητα θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα είδος της διαδικασίας μάθησης, όπου δάσκαλος και μαθητής βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο.
*
Δυο μισές αλήθειες δεν κάνουν μία αλήθεια, και δύο μισοί πολιτισμοί δεν κάνουν έναν.

Κανείς πριν τους Πυθαγόρειους δεν είχε σκεφθεί ότι οι μαθηματικές σχέσεις κρατούσαν το μυστικό του σύμπαντος. Εικοσιπέντε αιώνες αργότερα, η Ευρώπη είναι ακόμα ευλογημένη και καταραμένη με την κληρονομιά τους. Στους μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, η ιδέα πως οι αριθμοί είναι το κλειδί και για την σοφία και για την ισχύ, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους.

Ο πιο επίμονος ήχος που αντηχεί μέσα από την ιστορία του ανθρώπου είναι το σφυροκόπημα από τα τύμπανα του πολέμου.
*
Ο κίνδυνος δεν είναι ότι μπορούμε να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να βρεθούμε σ’ ένα φασιστικό κόσμο. Ο κίνδυνος είναι ότι πέσαμε στο κρεβάτι την προηγούμενη νύχτα, σ’ έναν κόσμο που είχε γίνει φασιστικός, χωρίς να το πάρουμε είδηση.

από το Μηδέν και το Άπειρο (Darkness at Noon):
Ο Ρουμπασόφ τανύστηκε στην κουκέτα και τυλίχτηκε στην κουβέρτα. Ήταν πέντε η ώρα και ήταν απίθανο που κάποιος έπρεπε να σηκωθεί εδώ πριν τις επτά τον χειμώνα. Ήταν πολύ νυσταγμένος και, καθώς το ξανασυλλογίστηκε, αποφάσισε ότι μετά βίας θα σερνόταν για έλεγχο για άλλες τρεις τέσσερις μέρες. Έβγαλε τα πενς-νέ του, τα ακούμπησε στο λιθόστρωτο δάπεδο πλάι στη γόπα του τσιγάρου, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του. Ήταν τυλιγμένος ζεστά στην κουβέρτα και ένιωθε προστατευμένος' για πρώτη φορά μετά από μήνες δεν φοβόταν τα όνειρά του. .
*
Είχε ησυχία στο κελί. Ο Ρουμπασόφ άκουγε μόνο το τρίξιμο από τα βήματά του. Έξι και μισό βήματα μέχρι την πόρτα, από όπου έπρεπε να έρθουν για να τον πάρουν, έξι και μισό βήματα μέχρι το παράθυρο, που πίσω του έπεφτε η νύχτα. Σύντομα θα τέλειωναν όλα. Ωστόσο, όταν αναρωτήθηκε "για τι, αλήθεια, πεθαίνεις;", δεν βρήκε απάντηση.

Προς πάντα ενδιαφερόμενον
Ο σκοπός αυτής της σύντομης επιστολής είναι να καταστήσω απολύτως σαφές ότι προτίθεμαι να αυτοκτονήσω παίρνοντας υπερβολική δόση φαρμάκων χωρίς τη γνώση ή τη βοήθεια οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Τα φάρμακα αποκτήθηκαν νόμιμα και τα μάζευα κάμποσο καιρό. Το να προσπαθείς να αυτοκτονήσεις είναι ένας τζόγος το αποτέλεσμα του οποίου θα γίνει γνωστό στον τζογαδόρο μόνον αν αποτύχει, και όχι αν τα καταφέρει.
... ... ...*
Τίποτα δεν είναι πιο θλιβερό από το θάνατο μιας ψευδαίσθησης.
*
Δεν επιτρέπεται σε κανέναν να θεωρεί τον κόσμο ως ένα είδος μεταφυσικού οίκου ανοχής για συναισθήματα.

Η βασική προϋπόθεση της πρωτοτυπίας είναι η τέχνη του να ξεχνάμε, στη κατάλληλη ώρα, αυτό που γνωρίζουμε.
*
Η δημιουργική δραστηριότητα θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα είδος της διαδικασίας μάθησης, όπου δάσκαλος και μαθητής βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο.
*
Δυο μισές αλήθειες δεν κάνουν μία αλήθεια, και δύο μισοί πολιτισμοί δεν κάνουν έναν.

Κανείς πριν τους Πυθαγόρειους δεν είχε σκεφθεί ότι οι μαθηματικές σχέσεις κρατούσαν το μυστικό του σύμπαντος. Εικοσιπέντε αιώνες αργότερα, η Ευρώπη είναι ακόμα ευλογημένη και καταραμένη με την κληρονομιά τους. Στους μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, η ιδέα πως οι αριθμοί είναι το κλειδί και για την σοφία και για την ισχύ, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους.

Ο πιο επίμονος ήχος που αντηχεί μέσα από την ιστορία του ανθρώπου είναι το σφυροκόπημα από τα τύμπανα του πολέμου.
*
Ο κίνδυνος δεν είναι ότι μπορούμε να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να βρεθούμε σ’ ένα φασιστικό κόσμο. Ο κίνδυνος είναι ότι πέσαμε στο κρεβάτι την προηγούμενη νύχτα, σ’ έναν κόσμο που είχε γίνει φασιστικός, χωρίς να το πάρουμε είδηση.

από το Μηδέν και το Άπειρο (Darkness at Noon):
Ο Ρουμπασόφ τανύστηκε στην κουκέτα και τυλίχτηκε στην κουβέρτα. Ήταν πέντε η ώρα και ήταν απίθανο που κάποιος έπρεπε να σηκωθεί εδώ πριν τις επτά τον χειμώνα. Ήταν πολύ νυσταγμένος και, καθώς το ξανασυλλογίστηκε, αποφάσισε ότι μετά βίας θα σερνόταν για έλεγχο για άλλες τρεις τέσσερις μέρες. Έβγαλε τα πενς-νέ του, τα ακούμπησε στο λιθόστρωτο δάπεδο πλάι στη γόπα του τσιγάρου, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του. Ήταν τυλιγμένος ζεστά στην κουβέρτα και ένιωθε προστατευμένος' για πρώτη φορά μετά από μήνες δεν φοβόταν τα όνειρά του. .
*
Είχε ησυχία στο κελί. Ο Ρουμπασόφ άκουγε μόνο το τρίξιμο από τα βήματά του. Έξι και μισό βήματα μέχρι την πόρτα, από όπου έπρεπε να έρθουν για να τον πάρουν, έξι και μισό βήματα μέχρι το παράθυρο, που πίσω του έπεφτε η νύχτα. Σύντομα θα τέλειωναν όλα. Ωστόσο, όταν αναρωτήθηκε "για τι, αλήθεια, πεθαίνεις;", δεν βρήκε απάντηση.

Προς πάντα ενδιαφερόμενον
Ο σκοπός αυτής της σύντομης επιστολής είναι να καταστήσω απολύτως σαφές ότι προτίθεμαι να αυτοκτονήσω παίρνοντας υπερβολική δόση φαρμάκων χωρίς τη γνώση ή τη βοήθεια οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Τα φάρμακα αποκτήθηκαν νόμιμα και τα μάζευα κάμποσο καιρό. Το να προσπαθείς να αυτοκτονήσεις είναι ένας τζόγος το αποτέλεσμα του οποίου θα γίνει γνωστό στον τζογαδόρο μόνον αν αποτύχει, και όχι αν τα καταφέρει.
Arthur Koestler (1905-1983)
Tην πρώτη Μαρτίου, με βαρβιτουρικά και αλκοόλ, υποφέροντας
από πάρκινσον και ανίατη ασθένεια και πιστεύοντας στην
αυτοπροαίρετη ευθανασία. Μαζί με την γυναίκα του, στο σπίτι
τους, στο Λονδίνο.
(φωτ: LIFE)
Τρίτη, 07 Ιουλίου 2009
35 ~ Σάντορ Μαράι: δεν μας αγαπούν με τον τρόπο που προσδοκούμε
Το μυστικό είναι πως δεν υπάρχει ανταμοιβή και πρέπει να αντέχουμε τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία μας όσο πιο καλά μπορούμε, γιατί καμμιά εμπειρία και καμμιά διορατικότητα δεν πρόκειται να διορθώσει τα ελαττώματά μας, την αυτοεκτίμησή μας ή την απληστία μας. Πρέπει να μάθουμε ότι οι επιθυμίες μας δεν βρίσκουν πραγματική απήχηση στον κόσμο. Πρέπει να δεχτούμε ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε δεν μας αγαπούν, ή αν μας αγαπούν, δεν μας αγαπούν με τον τρόπο που προσδοκούμε. Πρέπει να αποδεχθούμε την προδοσία και την απιστία, και, το πιο σκληρό απ' όλα, το ότι κάποιοι είναι καλύτεροι απ' όσο εμείς σε χαρακτήρα ή ευφυΐα. - Εmbers (Στάχτες)

Κάποιες φορές τα γεγονότα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αξιοθρήνητες συνέπειες, διότι η ενοχή δεν κατοικεί στις πράξεις μας αλλά στις προθέσεις που δίνουν αφορμή για τις πράξεις μας. Όλα εξαρτώνται από τις προθέσεις μας. - Εmbers (Στάχτες)

Πιστεύεις πως ό,τι δίνει στον βίο μας νόημα είναι το πάθος που ξαφνικά εισβάλλει στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα μας, και καίει μέσα μας για πάντα, χωρίς να έχει σημασία τι άλλο συμβαίνει στη ζωή μας; Και πως αν το έχουμε βιώσει με μεγάλη ένταση, τότε ίσως δεν ζήσαμε μάταια; Eίναι το πάθος τόσο βαθύ και τρομερό και υπέροχο κι άσπλαχνο; Είναι όντως επιθυμία για κάποιο πρόσωπο, ή είναι η επιθυμία για αυτή καθαυτή την επιθυμία; Aυτό είναι το ερώτημα. Ή μήπως είναι πράγματι επιθυμία για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένα και μοναδικό, ανεξαρτήτως εάν αυτό το πρόσωπο είναι καλό ή κακό, και η ένταση των αισθημάτων μας δεν έχει σχέση με τα προσωπικά χαρίσματα και την συμπεριφορά του; - Εmbers (Στάχτες)

Κάνε τη να σε γνωρίσει, Τζάκομο, ώστε ν αντιληφθεί ότι για κείνη δεν υπάρχει άλλη ζωή απ' αυτή που της όρισε η μοίρα, ότι εσύ είσαι η περιπέτεια κι ότι για κείνη δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να ζήσει μαζί σου, γιατί εσύ είσαι η νύχτα, η θύελλα κι η πανούκλα που πετάνε πάνω από τα τοπία της ζωής... Θέλω μέσα σε λίγες ώρες ν' αποκαλύψεις στην κόμισσα το μυστικό της προσωπικότητάς σου, κι αυτό το μυστικό θέλω να γίνει ώς αύριο το πρωί μι' ανάμνηση μονάχα, που δεν θα βασανίζει και δεν θα προκαλεί πόνο. Να είσαι καλός μαζί της, να είσαι όμως και σκληρός κι ανελέητος όπως πραγματικά είσαι, παρηγόρησέ τη και πλήγωσέ τη όπως θα έκανες αν είχες πολύν καιρό στη διάθεσή του, φρόντισε να ωριμάσει σε μια νύχτα ό,τι μπορεί να ωριμάσει ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα πλάσματα και ολοκλήρωσε όλ' αυτά που έτσι κι αλλιώς ήταν προορισμένα να τελειώσουν μια μέρα. Κι έπειτα στείλ' τη πάλι σ εμένα, γιατί εγώ την αγαπώ...
μτφ: Μάρα Ευθυμίου
από το βιβλίο Η παράσταση στο Μπολτσάνο
εκδ. Ωκεανίδα, 2002

Κάποτε ονειρεύτηκα ότι στεκόμουν σε μια εξέδρα σε κάποια αίθουσα κατάμεστη από ανθρώπους. Φορούσα μια ρεντιγκότα και κρατούσα στο χέρι μου ένα ψηλό καπέλο και ένα μαγικό ραβδί. Ζήτησα από το εξέχον κοινό την ευγενική προσοχή του, ύψωσα το μαγικό ραβδί και με ένα και μόνο κτύπημα έκοψα το κεφάλι μου, το έβαλα μέσα στο καπέλο, και μετά, γαλήνια, με αβίαστες κινήσεις, έξυσα με το μαγικό ραβδί το εσωτερικό του καπέλου, έβγαλα το κεφάλι μου και το ξανάβαλα στη θέση του, πάνω στο λαιμό μου. Είπα "Βουαλά!", υποκλίθηκα, και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. - Memoir of Hungary

Δεν μπορεί να απαιτεί κανείς από έναν συγγραφέα να περιφέρεται μονίμως με επίσημο ένδυμα, να παίρνει μονίμως τραγικές πόζες... Έρχεται μια στιγμή, που δεν έχει καμιά όρεξη να παραμείνει πιστός στο ανθρώπινο είδος.
μτφ: Άννα Παπασταύρου
από το βιβλίο Εμείς κι αυτός
εκδ. Ωκεανίδα, 2008
Márai Sándor (1900-1989
Στις 22 Φεβρουαρίου, στο Σαν Ντιέγκο, με αυτοπυροβολισμό
στο κεφάλι. Μετά από μαρασμό και αυτοκαταδίκη σε απομό-
νωση που ακολούθησε τον θάνατο της γυναίκας του, το 1986,
και του θετού γιου του, το 1987.

(φωτ: elmundo.es)

Κάποιες φορές τα γεγονότα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αξιοθρήνητες συνέπειες, διότι η ενοχή δεν κατοικεί στις πράξεις μας αλλά στις προθέσεις που δίνουν αφορμή για τις πράξεις μας. Όλα εξαρτώνται από τις προθέσεις μας. - Εmbers (Στάχτες)

Πιστεύεις πως ό,τι δίνει στον βίο μας νόημα είναι το πάθος που ξαφνικά εισβάλλει στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα μας, και καίει μέσα μας για πάντα, χωρίς να έχει σημασία τι άλλο συμβαίνει στη ζωή μας; Και πως αν το έχουμε βιώσει με μεγάλη ένταση, τότε ίσως δεν ζήσαμε μάταια; Eίναι το πάθος τόσο βαθύ και τρομερό και υπέροχο κι άσπλαχνο; Είναι όντως επιθυμία για κάποιο πρόσωπο, ή είναι η επιθυμία για αυτή καθαυτή την επιθυμία; Aυτό είναι το ερώτημα. Ή μήπως είναι πράγματι επιθυμία για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένα και μοναδικό, ανεξαρτήτως εάν αυτό το πρόσωπο είναι καλό ή κακό, και η ένταση των αισθημάτων μας δεν έχει σχέση με τα προσωπικά χαρίσματα και την συμπεριφορά του; - Εmbers (Στάχτες)

Κάνε τη να σε γνωρίσει, Τζάκομο, ώστε ν αντιληφθεί ότι για κείνη δεν υπάρχει άλλη ζωή απ' αυτή που της όρισε η μοίρα, ότι εσύ είσαι η περιπέτεια κι ότι για κείνη δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να ζήσει μαζί σου, γιατί εσύ είσαι η νύχτα, η θύελλα κι η πανούκλα που πετάνε πάνω από τα τοπία της ζωής... Θέλω μέσα σε λίγες ώρες ν' αποκαλύψεις στην κόμισσα το μυστικό της προσωπικότητάς σου, κι αυτό το μυστικό θέλω να γίνει ώς αύριο το πρωί μι' ανάμνηση μονάχα, που δεν θα βασανίζει και δεν θα προκαλεί πόνο. Να είσαι καλός μαζί της, να είσαι όμως και σκληρός κι ανελέητος όπως πραγματικά είσαι, παρηγόρησέ τη και πλήγωσέ τη όπως θα έκανες αν είχες πολύν καιρό στη διάθεσή του, φρόντισε να ωριμάσει σε μια νύχτα ό,τι μπορεί να ωριμάσει ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα πλάσματα και ολοκλήρωσε όλ' αυτά που έτσι κι αλλιώς ήταν προορισμένα να τελειώσουν μια μέρα. Κι έπειτα στείλ' τη πάλι σ εμένα, γιατί εγώ την αγαπώ...
μτφ: Μάρα Ευθυμίου
από το βιβλίο Η παράσταση στο Μπολτσάνο
εκδ. Ωκεανίδα, 2002

Κάποτε ονειρεύτηκα ότι στεκόμουν σε μια εξέδρα σε κάποια αίθουσα κατάμεστη από ανθρώπους. Φορούσα μια ρεντιγκότα και κρατούσα στο χέρι μου ένα ψηλό καπέλο και ένα μαγικό ραβδί. Ζήτησα από το εξέχον κοινό την ευγενική προσοχή του, ύψωσα το μαγικό ραβδί και με ένα και μόνο κτύπημα έκοψα το κεφάλι μου, το έβαλα μέσα στο καπέλο, και μετά, γαλήνια, με αβίαστες κινήσεις, έξυσα με το μαγικό ραβδί το εσωτερικό του καπέλου, έβγαλα το κεφάλι μου και το ξανάβαλα στη θέση του, πάνω στο λαιμό μου. Είπα "Βουαλά!", υποκλίθηκα, και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. - Memoir of Hungary

Δεν μπορεί να απαιτεί κανείς από έναν συγγραφέα να περιφέρεται μονίμως με επίσημο ένδυμα, να παίρνει μονίμως τραγικές πόζες... Έρχεται μια στιγμή, που δεν έχει καμιά όρεξη να παραμείνει πιστός στο ανθρώπινο είδος.
μτφ: Άννα Παπασταύρου
από το βιβλίο Εμείς κι αυτός
εκδ. Ωκεανίδα, 2008
Márai Sándor (1900-1989
Στις 22 Φεβρουαρίου, στο Σαν Ντιέγκο, με αυτοπυροβολισμό
στο κεφάλι. Μετά από μαρασμό και αυτοκαταδίκη σε απομό-
νωση που ακολούθησε τον θάνατο της γυναίκας του, το 1986,
και του θετού γιου του, το 1987.

(φωτ: elmundo.es)
Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009
34 ~ Πέγιο Γιάβοροβ: εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι
Μες στης αχλής το γαλάζιο
Στο παράθυρο στέκω, και κοιτάζω
παιδιά, που παίζουν έξω - είναι δικό τους
το πρωί: πρόσωπα ανέγνοια, φωτισμένα απ'
άνοιξη... Πόσα, αχ, άνθη είδα μπροστά μου
να πεθαίνουν; Και στέκω και κοιτάζω
κ' είμαι πλημμυρισμένος αναμνήσεις
κι αθέλητα τα μάτια μου ρωτούνε
μακρυά ως εκεί που καταχνιά 'ναι οι δρόμοι,
τα μονοπάτια... Ποιος έρχεται τάχα
εδώ, — ποιος, δίχως να γυρίση, φεύγει
πίσω από τον ορίζοντα — ασημένιων
αψηλάφητων τοίχων; Μας σταύρωσαν
ζωή και θάνατος, φεύγοντας. Ποιος όμως
τον ένοxο απ' τον δίκαιο θα μπόρεση
να διακρίνη. Παιδιά, για σας φοβούμαι.
Ο ήλιος αποτελειώνει της δικής του
κλήρας τον δρόμο. Πάνω απ' τα γυμνά σας
κεφάλια καίει το μέγα πέταγμά του,
και καίγεται ο ουρανός, συδαυλισμένος
από νέφη, καπνίζοντας. Ω, ξέρω
του ήλιου το κάψιμο καλά, και ξέρω
την καταιγίδα. Διάτρεξα τη μέρα
μου ολόκληρη, κι αδιάκοπα ήμουν ξύπνιος...
Ω, παιδιά, σας κοιτάζω, και με θλίψη
χαμογελώ: θα με κατηγορήση
τάχα κανείς, που ξαποστάζω λίγο;
Καρτερώ, στο παράθυρο, τη μέρα
που θα πέση η κουρτίνα. - Η λάμψη κείνη,
που από κεραυνούς σύντομους γεννιέται,
θα λάμψη στη δική σας μέρα, κ' έξω
των παιγνιδιών σας τις κραυγές, τις δίχως
νόημα, θα ξεκουφαίνη η καταιγίδα. -
Μα εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι.
Κι όταν θα ρθή το βράδι, θα αιστανθήτε
το κρύο μες στα σκισμένα σας τα ρούχα,
και κουρασμένα, αργά, τα μέτωπά σας
θα σκύψετε. Μέσα στις ραγισμένες
ψυxές σας, φλογερές, καθώς μαxαίρια,
που γυρνούν μες στη σάρκα, θα τρυπώσουν
οι θύμησες. Κι αγάλια θα πεθάνη
του βραδιού το επιχρύσωμα όλο επάνω
στις κορφές που απομείναν στ' άφωνά μας
όνειρα. Θα 'χη ρθει η ώρα, τότε, μέσα
στης αχλής το γαλάζιο, που όλοι σβήνουν
οι θόρυβοι και κλαίει η σιωπή, και, δίχως
δύναμη, κάθεστε στα παραθύρια
και θυμάστε, παιδιά, μπορεί και μένα,
μουρμουρίζοντας ένα: Καληνύχτα!

Ο παράξενος
Τον έβλεπα, καμιά φορά, στο ακροθαλάσσι,
που κοίταζε μακρυά, καθώς χαμένος, —
τη θάλασσα κοιτούσε, και κοιτούσε
τον ουρανό, μα δίχως σκέψη. . . Μι' άλλη
φορά, στην εξοχή, τον είδα πάλι
με γερμένο το μέτωπο, γνοιασμένον.
Κ' έτσι, κάθε φορά, τον συναντούσα.
Μόνο ο θεός ξέρει τι γυρεύει εκείνο
το νωθρό, φοβισμένο βλέμμα, εκείνο
το παράξενο και κακό του γέλιο
τι σημαίνει, ζητώντας ν' αποφύγη
κάθε άνθρωπο. Δεν αγαπά τον κόσμο,
που είναι ένα xάος και, σαν από καθήκον,
τον μισούν όλοι κι όλοι φεύγουν μπρος του,
κ' ενώ όλοι τους φυλάγονται από δαύτον,
τρελό ποτέ κανένας δεν τον είπε.
Οι παρειές του βαθούλωσαν, ρυτίδες
αυλάκωσαν βαθιές το μέτωπο του,
που, φανερό 'ναι, χάραξε μια οδύνη
θανάσιμη. Και πάντα μόνος, — αιώνια
μόνος μέσα στον κόσμο' μόνος μέσα
στο θορυβώδες πλήθος: Ποιος ξέρει, ίσως
το βάρος έρωτα τρελού, ή το βάρος
μίσους κακού, παράλογου, ως τον τάφο
να κουβαλή ο φτωxός σ' όλη τη ζωή του.

Το χαλάζι
[....]
Τέλειωσαν όλα. Μια βροντή μονάχα,
η στερνή, ακόμη σέρνεται και σβήνει
κάπου μακρυά, κι ως λύκος σε κοπάδι
ανάμεσα, σκορπά ο άνεμος τα νέφη,
παγωμένος. Και να, προβάλλει πάλιν
ο ήλιος ψηλά, κοιτάζοντας με θλίψη
μι' ανθρώπινη πομπή: γέρους, γυναίκες,
παιδιά, όλο το χωριό, συμμαζωμένο,
να τρέxη κατά τα χωράφια, κι όλοι
ξυπόλυτοι είναι κ' είναι απορεμένοι.
σπρωγμένοι από τη συμφορά, την δίχως
θαράπιο, στα χωράφια που έχουν όλα
λεηλατηθή κ' ερημωθή. Θερίστρα
η καταιγίδα, λυσσασμένη, μήτε
κεχρί ούτε στάρι, σίκαλι ή κριθάρι
δεν άφησε: ώριμα όλα, πράσινα όλα,
τα πάτησε και τα εγείρε, με τ' άνθη
μαζί τόσης ελπίδας διαψευμένης.

Δυο όμορφα μάτια
Δυο όμορφα μάτια. H ψυχή ενός παιδιού 'ναι
σ' αυτά τα μάτια: μουσική κι αχτίδες.
-Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα...
Η ψυχή μου προσεύχεται.
Παιδί μου,
η ψυχή μου προσεύχεται.
Η ντροπή και το πάθος
πάνω τους αύριο θα ρίξουν
τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων.
Τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων
πάνω τους αύριο δε θα ρίξουν
η ντροπή και το πάθος.
Η ψυχή μου προσεύχεται,
παιδί μου.
Η ψυχή μου προσεύχεται...
Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα!...
Δυο όμορφα μάτια. Μουσική κι αχτίδες
σ' αυτά τα μάτια. Η ψυxή ενός παιδιού 'ναι.

Από τα "Τραγούδια του Χαϊντούκου"
Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
κ' είδα έναν τάφο μες στα σύδεντρα κρυμμένο,
που φυλλωσιές τον είχαν σκεπασμένο.
Κ' είδα πάνω στον τάφον, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
για τον γενναίο δυο ξύλα που διασταυρωνόταν,
και πάνω στον σταυρό πουλί καθόταν.
Κι ως ξημερώση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί την κακομοίρα
ενού ορφανού την ορφανή τη μοίρα.
Και σα βραδιάση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί το που 'xει πάρει
τέλος τ' ορφανό κείνο παλληκάρι.
Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
όνειρο ονειρεύτηκα, σκοτεινό όνειρό μου,
έναν τάφο, — τον τάφο τον δικό μου!
Пейо Яворов [Peio Yavorov] (1878-1914)
Στις 29 Οκτωβρίου, στη Σόφια με ισχυρή δόση δηλητήριου
και αυτοπυροβολισμό, μετά από προηγούμενη αποτυχημένη
προσπάθεια, που τον είχε αφήσει τυφλό.

- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως" - εκδ.Δωδώνη, 1971.
* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή, το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε.
- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: duma.bg)
Στο παράθυρο στέκω, και κοιτάζω
παιδιά, που παίζουν έξω - είναι δικό τους
το πρωί: πρόσωπα ανέγνοια, φωτισμένα απ'
άνοιξη... Πόσα, αχ, άνθη είδα μπροστά μου
να πεθαίνουν; Και στέκω και κοιτάζω
κ' είμαι πλημμυρισμένος αναμνήσεις
κι αθέλητα τα μάτια μου ρωτούνε
μακρυά ως εκεί που καταχνιά 'ναι οι δρόμοι,
τα μονοπάτια... Ποιος έρχεται τάχα
εδώ, — ποιος, δίχως να γυρίση, φεύγει
πίσω από τον ορίζοντα — ασημένιων
αψηλάφητων τοίχων; Μας σταύρωσαν
ζωή και θάνατος, φεύγοντας. Ποιος όμως
τον ένοxο απ' τον δίκαιο θα μπόρεση
να διακρίνη. Παιδιά, για σας φοβούμαι.
Ο ήλιος αποτελειώνει της δικής του
κλήρας τον δρόμο. Πάνω απ' τα γυμνά σας
κεφάλια καίει το μέγα πέταγμά του,
και καίγεται ο ουρανός, συδαυλισμένος
από νέφη, καπνίζοντας. Ω, ξέρω
του ήλιου το κάψιμο καλά, και ξέρω
την καταιγίδα. Διάτρεξα τη μέρα
μου ολόκληρη, κι αδιάκοπα ήμουν ξύπνιος...
Ω, παιδιά, σας κοιτάζω, και με θλίψη
χαμογελώ: θα με κατηγορήση
τάχα κανείς, που ξαποστάζω λίγο;
Καρτερώ, στο παράθυρο, τη μέρα
που θα πέση η κουρτίνα. - Η λάμψη κείνη,
που από κεραυνούς σύντομους γεννιέται,
θα λάμψη στη δική σας μέρα, κ' έξω
των παιγνιδιών σας τις κραυγές, τις δίχως
νόημα, θα ξεκουφαίνη η καταιγίδα. -
Μα εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι.
Κι όταν θα ρθή το βράδι, θα αιστανθήτε
το κρύο μες στα σκισμένα σας τα ρούχα,
και κουρασμένα, αργά, τα μέτωπά σας
θα σκύψετε. Μέσα στις ραγισμένες
ψυxές σας, φλογερές, καθώς μαxαίρια,
που γυρνούν μες στη σάρκα, θα τρυπώσουν
οι θύμησες. Κι αγάλια θα πεθάνη
του βραδιού το επιχρύσωμα όλο επάνω
στις κορφές που απομείναν στ' άφωνά μας
όνειρα. Θα 'χη ρθει η ώρα, τότε, μέσα
στης αχλής το γαλάζιο, που όλοι σβήνουν
οι θόρυβοι και κλαίει η σιωπή, και, δίχως
δύναμη, κάθεστε στα παραθύρια
και θυμάστε, παιδιά, μπορεί και μένα,
μουρμουρίζοντας ένα: Καληνύχτα!

Ο παράξενος
Τον έβλεπα, καμιά φορά, στο ακροθαλάσσι,
που κοίταζε μακρυά, καθώς χαμένος, —
τη θάλασσα κοιτούσε, και κοιτούσε
τον ουρανό, μα δίχως σκέψη. . . Μι' άλλη
φορά, στην εξοχή, τον είδα πάλι
με γερμένο το μέτωπο, γνοιασμένον.
Κ' έτσι, κάθε φορά, τον συναντούσα.
Μόνο ο θεός ξέρει τι γυρεύει εκείνο
το νωθρό, φοβισμένο βλέμμα, εκείνο
το παράξενο και κακό του γέλιο
τι σημαίνει, ζητώντας ν' αποφύγη
κάθε άνθρωπο. Δεν αγαπά τον κόσμο,
που είναι ένα xάος και, σαν από καθήκον,
τον μισούν όλοι κι όλοι φεύγουν μπρος του,
κ' ενώ όλοι τους φυλάγονται από δαύτον,
τρελό ποτέ κανένας δεν τον είπε.
Οι παρειές του βαθούλωσαν, ρυτίδες
αυλάκωσαν βαθιές το μέτωπο του,
που, φανερό 'ναι, χάραξε μια οδύνη
θανάσιμη. Και πάντα μόνος, — αιώνια
μόνος μέσα στον κόσμο' μόνος μέσα
στο θορυβώδες πλήθος: Ποιος ξέρει, ίσως
το βάρος έρωτα τρελού, ή το βάρος
μίσους κακού, παράλογου, ως τον τάφο
να κουβαλή ο φτωxός σ' όλη τη ζωή του.

Το χαλάζι
[....]
Τέλειωσαν όλα. Μια βροντή μονάχα,
η στερνή, ακόμη σέρνεται και σβήνει
κάπου μακρυά, κι ως λύκος σε κοπάδι
ανάμεσα, σκορπά ο άνεμος τα νέφη,
παγωμένος. Και να, προβάλλει πάλιν
ο ήλιος ψηλά, κοιτάζοντας με θλίψη
μι' ανθρώπινη πομπή: γέρους, γυναίκες,
παιδιά, όλο το χωριό, συμμαζωμένο,
να τρέxη κατά τα χωράφια, κι όλοι
ξυπόλυτοι είναι κ' είναι απορεμένοι.
σπρωγμένοι από τη συμφορά, την δίχως
θαράπιο, στα χωράφια που έχουν όλα
λεηλατηθή κ' ερημωθή. Θερίστρα
η καταιγίδα, λυσσασμένη, μήτε
κεχρί ούτε στάρι, σίκαλι ή κριθάρι
δεν άφησε: ώριμα όλα, πράσινα όλα,
τα πάτησε και τα εγείρε, με τ' άνθη
μαζί τόσης ελπίδας διαψευμένης.

Δυο όμορφα μάτια
Δυο όμορφα μάτια. H ψυχή ενός παιδιού 'ναι
σ' αυτά τα μάτια: μουσική κι αχτίδες.
-Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα...
Η ψυχή μου προσεύχεται.
Παιδί μου,
η ψυχή μου προσεύχεται.
Η ντροπή και το πάθος
πάνω τους αύριο θα ρίξουν
τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων.
Τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων
πάνω τους αύριο δε θα ρίξουν
η ντροπή και το πάθος.
Η ψυχή μου προσεύχεται,
παιδί μου.
Η ψυχή μου προσεύχεται...
Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα!...
Δυο όμορφα μάτια. Μουσική κι αχτίδες
σ' αυτά τα μάτια. Η ψυxή ενός παιδιού 'ναι.

Από τα "Τραγούδια του Χαϊντούκου"
Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
κ' είδα έναν τάφο μες στα σύδεντρα κρυμμένο,
που φυλλωσιές τον είχαν σκεπασμένο.
Κ' είδα πάνω στον τάφον, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
για τον γενναίο δυο ξύλα που διασταυρωνόταν,
και πάνω στον σταυρό πουλί καθόταν.
Κι ως ξημερώση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί την κακομοίρα
ενού ορφανού την ορφανή τη μοίρα.
Και σα βραδιάση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί το που 'xει πάρει
τέλος τ' ορφανό κείνο παλληκάρι.
Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
όνειρο ονειρεύτηκα, σκοτεινό όνειρό μου,
έναν τάφο, — τον τάφο τον δικό μου!
Пейо Яворов [Peio Yavorov] (1878-1914)
Στις 29 Οκτωβρίου, στη Σόφια με ισχυρή δόση δηλητήριου
και αυτοπυροβολισμό, μετά από προηγούμενη αποτυχημένη
προσπάθεια, που τον είχε αφήσει τυφλό.

- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως" - εκδ.Δωδώνη, 1971.
* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή, το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε.
- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: duma.bg)
Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009
33 ~ Γιώργος B. Μακρής: ...πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
Άλλοτε
κι ας ήταν τ' όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.
Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.
Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.
Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά 'ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά 'ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα...

Άνεμος βορινός κατά την άνοιξη
Ορθά εκρίθηκεν η άνοιξη σαν πρόσκληση
στα αγαθά του επιγείου κόσμου.
Μετανοείς για ό,τι άφησες να φύγει δίχως γυρισμό
και τούτος ο βοριάς παρ' όλη του την εύθυμη πορεία
καλεί το πνεύμα σου στην αποθύμια των χαμένων
ΩΡΩΝ σου.
Κι έτσι σ' ύπτια στάση αποxαύνωσης αδιαφορείς
για την επίσπευση της αλλαγής σου ως προς τα οφέλη.
Και παίρνουν σάρκα και οστά οι μικροί δεσμοί
και καθρεφτίζεται το παρελθόν στο μέλλον σου.
Όλες οι οσμές που οργιάζουν φράζουν τις θύρες του εαυτού σου•
ας αγωνίζεσαι να τις τραβήξεις στο εσωτερικό
μένουν προκλήσεις των αισθήσεων μα οι στερνές
νομίζω πως εκχωριστήκαν από σένα.
1943

Τριλογία
III
Δεν ξέρω πια αν τίποτα αξίζει να κρατώ
στη μνήμη άξιο προσοχής παλαιότερα αισθητό.
Αν είναι ίσως δυνατό ποτέ δε θα υμνήσω
τον κίνδυνο της θάλασσας, ποτέ μου δε θα κλείσω
το φόβο και το άφρισμα, τη διαφάνειά της
που αγάπησα, στο στέρνο μου' τα διαδήματά της
δε θα φορέσω ούτε στιγμή μα ευθύς θα τα πετώ
κι από λιθάρι πιο ψυχρός θα παρουσιαστώ
που όλη νύχτα εθέρμαινε η σελήνη μοναχή,
για να μου δώσουν τη στερνή του κόσμου διδαχή.
Πολλές κοπέλες γέμισαν τίς μέρες μου δειλά
στις ώρες που επικίνδυνα ταξίδια τρυφηλά
σxεδιάζονταν σαν υδρατμοί πάνω στο μέτωπό μου'
με προφυλάξεις έξυπνες σαν του μελισσοκόμου
κρατούσα τ' άσπρα χέρια τους και έκλεινα τα μάτια
όπως όταν στη θάλασσα μου γέμιζαν μ' αλάτια...
Και θα 'ταν επινόηση περίφημη το να 'χω
να βάζω τις φωνές αυτές σ' αυτό το φωνογράφο.
Τώρα που ζω εξόριστα στην άδεια κάμαρά μου
xωρίς βιβλία, κάντρα, φως, και η μόνη είναι χαρά μου
να λησμονώ εκούσια τα άδεια περασμένα
πετώντας τα σαν γυαλικά παμπάλαια σπασμένα
καί βλέπω φίδια μισητά να αδικοσφυρίζουν
κάτι μακάβριους γνωστούς που τα ξαναθυμίζουν.
Τώρα που κάθε απόγευμα τρώμε χειμερινά
φρούτα καθώς κοιτάζουμε κονσέρβες ανανά,
κι είν' ή ζωή μας άδεια πια όπως και κάτι χώρες
που ξηρασία ενέσκηψε σ' αυτές και δίχως μπόρες
ζουν, και που φύγαν απ' αυτές οι δηωτές στρατιώτες
κι άφησαν λύπη πίσω τους και τις παλιές τους μπότες,
κι είν' η ζωή μας άδεια πια, όπως στο σπίτι αυτό
που το μονάκριβο παιδί πολύ πολυκλαυτό
ξεκίνησε αφήνοντας πίσω τ' ανάστημά του
και που τα παιχνιδάκια του κρύβουν απ' τη μαμά του.
Το κοιμισμένο μου μυαλό στα είδωλα γυρνά
κι η νέα μορφή μου πρόωρα και άδοξα γερνά
πίνοντας παγωμένο φως σε πιο μεγάλες δόσεις
χείλη πρησμένα από φωνές κι από φαντασιώσεις.
Αθήνα, 1942

Τι μαρτυρική ψυχή ζει στο καλοκαίρι!
Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή.
Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει
να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι.
Φέτο ανακαλύψαμε ένα νέο χέρι
μπήκαμε στο σxήμα του με μια προσευχή.
Το χαμένο νόημα που 'χει η βροχή
η ψυχή μας έμαθε να ξέρει.

Περί θανάτου
Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσεις τα των ενδυμασιών).
Έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουνα ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τ' άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στo στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έxω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ' όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κυττούν απ' τους εξώστες).
Ω! xιλιάδες απρόσωποί μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου,
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
Φεβρουάριος 1943
Γιώργος B. Μακρής (1923-1968)
Στις 31 Ιανουαρίου, πέφτοντας από την ταράτσα
του σπιτιού του, στα Ιλίσια. Μετά από άλλες πέντε
(κατ' άλλους 7) απόπειρες τα τρία προηγούμενα
χρόνια.


Τα ποιήματα και η φωτογραφία είναι από το
βιβλίο Γραπτά Γεωργίου Β. Μακρή
Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
Links:
Γιώργος Β. Μακρής στα Αυτοβιογραφικά
Γιώργος Β. Μακρής στo Γράμμα σε χαρτί
κι ας ήταν τ' όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.
Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.
Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.
Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά 'ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά 'ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα...

Άνεμος βορινός κατά την άνοιξη
Ορθά εκρίθηκεν η άνοιξη σαν πρόσκληση
στα αγαθά του επιγείου κόσμου.
Μετανοείς για ό,τι άφησες να φύγει δίχως γυρισμό
και τούτος ο βοριάς παρ' όλη του την εύθυμη πορεία
καλεί το πνεύμα σου στην αποθύμια των χαμένων
ΩΡΩΝ σου.
Κι έτσι σ' ύπτια στάση αποxαύνωσης αδιαφορείς
για την επίσπευση της αλλαγής σου ως προς τα οφέλη.
Και παίρνουν σάρκα και οστά οι μικροί δεσμοί
και καθρεφτίζεται το παρελθόν στο μέλλον σου.
Όλες οι οσμές που οργιάζουν φράζουν τις θύρες του εαυτού σου•
ας αγωνίζεσαι να τις τραβήξεις στο εσωτερικό
μένουν προκλήσεις των αισθήσεων μα οι στερνές
νομίζω πως εκχωριστήκαν από σένα.
1943

Τριλογία
III
Δεν ξέρω πια αν τίποτα αξίζει να κρατώ
στη μνήμη άξιο προσοχής παλαιότερα αισθητό.
Αν είναι ίσως δυνατό ποτέ δε θα υμνήσω
τον κίνδυνο της θάλασσας, ποτέ μου δε θα κλείσω
το φόβο και το άφρισμα, τη διαφάνειά της
που αγάπησα, στο στέρνο μου' τα διαδήματά της
δε θα φορέσω ούτε στιγμή μα ευθύς θα τα πετώ
κι από λιθάρι πιο ψυχρός θα παρουσιαστώ
που όλη νύχτα εθέρμαινε η σελήνη μοναχή,
για να μου δώσουν τη στερνή του κόσμου διδαχή.
Πολλές κοπέλες γέμισαν τίς μέρες μου δειλά
στις ώρες που επικίνδυνα ταξίδια τρυφηλά
σxεδιάζονταν σαν υδρατμοί πάνω στο μέτωπό μου'
με προφυλάξεις έξυπνες σαν του μελισσοκόμου
κρατούσα τ' άσπρα χέρια τους και έκλεινα τα μάτια
όπως όταν στη θάλασσα μου γέμιζαν μ' αλάτια...
Και θα 'ταν επινόηση περίφημη το να 'χω
να βάζω τις φωνές αυτές σ' αυτό το φωνογράφο.
Τώρα που ζω εξόριστα στην άδεια κάμαρά μου
xωρίς βιβλία, κάντρα, φως, και η μόνη είναι χαρά μου
να λησμονώ εκούσια τα άδεια περασμένα
πετώντας τα σαν γυαλικά παμπάλαια σπασμένα
καί βλέπω φίδια μισητά να αδικοσφυρίζουν
κάτι μακάβριους γνωστούς που τα ξαναθυμίζουν.
Τώρα που κάθε απόγευμα τρώμε χειμερινά
φρούτα καθώς κοιτάζουμε κονσέρβες ανανά,
κι είν' ή ζωή μας άδεια πια όπως και κάτι χώρες
που ξηρασία ενέσκηψε σ' αυτές και δίχως μπόρες
ζουν, και που φύγαν απ' αυτές οι δηωτές στρατιώτες
κι άφησαν λύπη πίσω τους και τις παλιές τους μπότες,
κι είν' η ζωή μας άδεια πια, όπως στο σπίτι αυτό
που το μονάκριβο παιδί πολύ πολυκλαυτό
ξεκίνησε αφήνοντας πίσω τ' ανάστημά του
και που τα παιχνιδάκια του κρύβουν απ' τη μαμά του.
Το κοιμισμένο μου μυαλό στα είδωλα γυρνά
κι η νέα μορφή μου πρόωρα και άδοξα γερνά
πίνοντας παγωμένο φως σε πιο μεγάλες δόσεις
χείλη πρησμένα από φωνές κι από φαντασιώσεις.
Αθήνα, 1942

Τι μαρτυρική ψυχή ζει στο καλοκαίρι!
Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή.
Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει
να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι.
Φέτο ανακαλύψαμε ένα νέο χέρι
μπήκαμε στο σxήμα του με μια προσευχή.
Το χαμένο νόημα που 'χει η βροχή
η ψυχή μας έμαθε να ξέρει.

Περί θανάτου
Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσεις τα των ενδυμασιών).
Έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουνα ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τ' άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στo στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έxω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ' όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κυττούν απ' τους εξώστες).
Ω! xιλιάδες απρόσωποί μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου,
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
Φεβρουάριος 1943
Γιώργος B. Μακρής (1923-1968)
Στις 31 Ιανουαρίου, πέφτοντας από την ταράτσα
του σπιτιού του, στα Ιλίσια. Μετά από άλλες πέντε
(κατ' άλλους 7) απόπειρες τα τρία προηγούμενα
χρόνια.


Τα ποιήματα και η φωτογραφία είναι από το
βιβλίο Γραπτά Γεωργίου Β. Μακρή
Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
Links:
Γιώργος Β. Μακρής στα Αυτοβιογραφικά
Γιώργος Β. Μακρής στo Γράμμα σε χαρτί
Πέμπτη, 07 Μαΐου 2009
32 ~ Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν: Ο θάνατος είναι η βασική προϋπόθεση της ζωής
Θάvατος; Προς τι όλη αυτή η φασαρία γύρω από τον θάνατο; Xρησιμοποιείστε τη φαντασία σας, προσπαθείστε να σκεφθείτε έναν κόσμο χωρίς θάνατο! ...Ο θάνατος είναι η βασική προϋπόθεση της ζωής, δεν είναι συμφορά.

Η αγάπη καλλιεργείται με την προσφορά
*
Η λογική δεν έχει ισχύ έναντι του συναισθήματος, και το συναίσθημα, πιο παλιό κι από την ιστορία, δεν είναι αστεία υπόθεση.
*
Το να περιβάλλεται o άνθρωπος από όμορφα πράγματα έχει καλή επιρροή επάνω του' το να δημιουργεί όμορφα πράγματα, έχει ακόμα καλύτερη.

Το να χάφτεις και να ακολουθείς είτε παλιές δοξασίες είτε σύγχρονες προπαγάνδες, είναι μια αδυναμία που ακόμα εξουσιάζει το ανθρώπινο πνεύμα.
*
Tο πιο μαλακό, το πιο ελεύθερο, πιο εύκαμπτο και πιο ευμετάβλητο συστατικό της ζωής είναι το μυαλό - συγχρόνως δε, είναι το πιο σκληρό και το πιο αλύγιστο.

Μεγαλώσαμε με τις σταθερές εμμονές των διακηρυγμένων διακρίσεων φύλου, νομίζοντας ότι οι περισσότερες ανθρώπινες ιδιότητες, είναι ανδρικές ιδιότητες, για τον απλό λόγο ότι αυτές έχουν αναγνωρισθεί στους άνδρες και είναι απαγορευμένες στις γυναίκες.
*
Οι γυναίκες που κάνουν την περισσότερη δουλειά παίρνουν τα λιγότερα χρήματα, και οι γυναίκες που έχουν τα περισσότερα χρήματα κάνουν την λιγότερη δουλειά.
*
H γυναίκα θα έπρεπε να στέκεται πλάι στον άνδρα ως σύντροφος της ψυχής του και όχι σαν υπηρέτρια του κορμιού του.
*
Δεν υπάρχει θηλυκό μυαλό. Ο εγκέφαλος δεν είναι όργανο φύλου. Σκεφθείτε να μιλούσαμε και για θηλυκό συκώτι.
*
Πρέπει να μπει ένα τέλος στα πικρά αισθήματα που έχουν προκύψει μεταξύ των φύλων αυτόν τον αιώνα.

Είναι καθήκον της νέας γενιάς να κομίσει νέες, φρέσκες δυνάμεις που θα επιφέρουν την Κοινωνική πρόοδο. Κάθε γενιά νέων ανθρώπων πρέπει να είναι για την ανθρωπότητα σαν μια τεράστια εφεδρική δύναμη ενός αποκαμωμένου στρατού.

Για πολλά χρόνια υπέφερα από σοβαρούς και συνεχείς νευρικούς κλονισμούς που έτειναν προς την μελαγχολία κι ακόμα πιο πέρα. Κατά τον τρίτο χρόνο αυτής της κατάστασης, προσήλθα με διακαή πίστη και κάποια αμυδρή αίσθηση ελπίδας, σε έναν διακεκριμένο νευρολόγο, τον πιο γνωστό της χώρας. Αυτός ο σοφός άνθρωπος με έβαλε στο κρεβάτι και εφάρμοσε την "θεραπευτική ανάπαυση", στην οποία λόγω καλής σωματικής κατασκευής αντέδρασα τόσο γρήγορα που συμπέρανε ότι δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο με το θέμα μου και με έστειλε σπίτι με την υπεύθυνη συμβουλή να ζήσω ως οικόσιτη, στο μέτρο του δυνατού να μην έχω παρά μόνον δύο ώρες πνευματική ενασχόληση την ημέρα και όσο ζω ποτέ να μην αγγίξω ξανά πένα, πινέλο ή μολύβι. Αυτό συνέβη το 1887.
Γύρισα σπίτι και πειθάρχησα σ' αυτές τις οδηγίες για τρεις μήνες, αλλά έφθασα τόσο κοντά στο όρια της απόλυτης πνευματικής κατάπτωσης, όσο δε θα μπορούσα ποτέ να φθάσω. Τότε, χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα της νοημοσύνης που μου είχαν απομείνει, και με την βοήθεια ενός συνετού φίλου, πέταξα στους ανέμους την συμβουλή του διάσημου σπεσιαλίστα και ξαναγύρισα στη δουλειά - στην εργασία, στην συνηθισμένη ζωή κάθε ανθρώπου' στην εργασία που είναι χαρά και εξέλιξη και προσφορά, και χωρίς την οποία εξαθλιώνεσαι και γίνεσαι κοινωνικό παράσιτο - και εν τέλει, ξαναβρήκα κάμποση δύναμη.
Όντας, φυσικά, καταχαρούμενη μ' αυτή τη μετά βίας διάσωση, έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία - διανθισμένη και με προσθήκες, για να πετύχω το ιδεώδες -, και έστειλα ένα αντίγραφο στον γιατρό που κόντεψε να με τρελλάνει. Ποτέ δεν το αναγνώρισε.
Αυτό το μικρό βιβλίο εκτιμάται και από τους ψυχίατρους αλλά και σαν καλό δείγμα ενός είδους λογοτεχνίας. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, έσωσε μια γυναίκα από παρόμοια τύχη - τρόμαξε τόσο πολύ την οικογένειά της που την άφησαν να βγει έξω, στην κανονική δραστηριότητα, και να γιατρευτεί.
Αλλά το σπουδαιότερο αποτέλεσμα είναι αυτό: Πολλά χρόνια αργότερα, μου είπαν ότι ο μεγάλος ψυχίατρος είχε ομολογήσει σε φίλους του πως είχε αλλάξει την θεραπευτική αγωγή για την νευρασθένεια, μετά που διάβασε την Κίτρινη Ταπετσαρία.
Το βιβλίο δεν είχε πρόθεση να οδηγήσει ανθρώπους στην παραφροσύνη, αλλά να τους σώσει. Και τα κατάφερε.
(Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία)

Η αιωνιότητα δεν αρχίζει μετά τον θάνατο. Είναι κάτι που συνεχίζεται για πάντα.
*
Όταν κάποιος είναι σίγουρος για το επικείμενο αναπόφευκτο τέλος, το απλούστερο από τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι να επιλέξει έναν γρήγορο και εύκολο τρόπο να τελειώσει τη ζωή του, παρά έναν αργό και φρικτό θάνατο.
Charlotte Perkins Gilman (1860–1935)
Στις 17 Αυγούστου, με υπερβολική δόση χλωροφόρμιου.
Θιασώτις της ευθανασίας, αποφασίζει να πεθάνει "γρήγορα
και ήσυχα" πεπεισμένη ότι δεν μπορεί να αντέξει στην
αγωνία της σοβαρής, για την εποχή της, ασθένειας από την
οποία προσεβλήθη.

Το άρθρο "Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία" δημοσιεύθηκε
τον Οκτώβριο του 1913 στο μηνιαίο περιοδικό "Forerunner" που
εξέδιδε η Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν.
(φωτ: britannica.com - 300 women who changed the world)

Η αγάπη καλλιεργείται με την προσφορά
*
Η λογική δεν έχει ισχύ έναντι του συναισθήματος, και το συναίσθημα, πιο παλιό κι από την ιστορία, δεν είναι αστεία υπόθεση.
*
Το να περιβάλλεται o άνθρωπος από όμορφα πράγματα έχει καλή επιρροή επάνω του' το να δημιουργεί όμορφα πράγματα, έχει ακόμα καλύτερη.

Το να χάφτεις και να ακολουθείς είτε παλιές δοξασίες είτε σύγχρονες προπαγάνδες, είναι μια αδυναμία που ακόμα εξουσιάζει το ανθρώπινο πνεύμα.
*
Tο πιο μαλακό, το πιο ελεύθερο, πιο εύκαμπτο και πιο ευμετάβλητο συστατικό της ζωής είναι το μυαλό - συγχρόνως δε, είναι το πιο σκληρό και το πιο αλύγιστο.

Μεγαλώσαμε με τις σταθερές εμμονές των διακηρυγμένων διακρίσεων φύλου, νομίζοντας ότι οι περισσότερες ανθρώπινες ιδιότητες, είναι ανδρικές ιδιότητες, για τον απλό λόγο ότι αυτές έχουν αναγνωρισθεί στους άνδρες και είναι απαγορευμένες στις γυναίκες.
*
Οι γυναίκες που κάνουν την περισσότερη δουλειά παίρνουν τα λιγότερα χρήματα, και οι γυναίκες που έχουν τα περισσότερα χρήματα κάνουν την λιγότερη δουλειά.
*
H γυναίκα θα έπρεπε να στέκεται πλάι στον άνδρα ως σύντροφος της ψυχής του και όχι σαν υπηρέτρια του κορμιού του.
*
Δεν υπάρχει θηλυκό μυαλό. Ο εγκέφαλος δεν είναι όργανο φύλου. Σκεφθείτε να μιλούσαμε και για θηλυκό συκώτι.
*
Πρέπει να μπει ένα τέλος στα πικρά αισθήματα που έχουν προκύψει μεταξύ των φύλων αυτόν τον αιώνα.

Είναι καθήκον της νέας γενιάς να κομίσει νέες, φρέσκες δυνάμεις που θα επιφέρουν την Κοινωνική πρόοδο. Κάθε γενιά νέων ανθρώπων πρέπει να είναι για την ανθρωπότητα σαν μια τεράστια εφεδρική δύναμη ενός αποκαμωμένου στρατού.

Για πολλά χρόνια υπέφερα από σοβαρούς και συνεχείς νευρικούς κλονισμούς που έτειναν προς την μελαγχολία κι ακόμα πιο πέρα. Κατά τον τρίτο χρόνο αυτής της κατάστασης, προσήλθα με διακαή πίστη και κάποια αμυδρή αίσθηση ελπίδας, σε έναν διακεκριμένο νευρολόγο, τον πιο γνωστό της χώρας. Αυτός ο σοφός άνθρωπος με έβαλε στο κρεβάτι και εφάρμοσε την "θεραπευτική ανάπαυση", στην οποία λόγω καλής σωματικής κατασκευής αντέδρασα τόσο γρήγορα που συμπέρανε ότι δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο με το θέμα μου και με έστειλε σπίτι με την υπεύθυνη συμβουλή να ζήσω ως οικόσιτη, στο μέτρο του δυνατού να μην έχω παρά μόνον δύο ώρες πνευματική ενασχόληση την ημέρα και όσο ζω ποτέ να μην αγγίξω ξανά πένα, πινέλο ή μολύβι. Αυτό συνέβη το 1887.
Γύρισα σπίτι και πειθάρχησα σ' αυτές τις οδηγίες για τρεις μήνες, αλλά έφθασα τόσο κοντά στο όρια της απόλυτης πνευματικής κατάπτωσης, όσο δε θα μπορούσα ποτέ να φθάσω. Τότε, χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα της νοημοσύνης που μου είχαν απομείνει, και με την βοήθεια ενός συνετού φίλου, πέταξα στους ανέμους την συμβουλή του διάσημου σπεσιαλίστα και ξαναγύρισα στη δουλειά - στην εργασία, στην συνηθισμένη ζωή κάθε ανθρώπου' στην εργασία που είναι χαρά και εξέλιξη και προσφορά, και χωρίς την οποία εξαθλιώνεσαι και γίνεσαι κοινωνικό παράσιτο - και εν τέλει, ξαναβρήκα κάμποση δύναμη.
Όντας, φυσικά, καταχαρούμενη μ' αυτή τη μετά βίας διάσωση, έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία - διανθισμένη και με προσθήκες, για να πετύχω το ιδεώδες -, και έστειλα ένα αντίγραφο στον γιατρό που κόντεψε να με τρελλάνει. Ποτέ δεν το αναγνώρισε.
Αυτό το μικρό βιβλίο εκτιμάται και από τους ψυχίατρους αλλά και σαν καλό δείγμα ενός είδους λογοτεχνίας. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, έσωσε μια γυναίκα από παρόμοια τύχη - τρόμαξε τόσο πολύ την οικογένειά της που την άφησαν να βγει έξω, στην κανονική δραστηριότητα, και να γιατρευτεί.
Αλλά το σπουδαιότερο αποτέλεσμα είναι αυτό: Πολλά χρόνια αργότερα, μου είπαν ότι ο μεγάλος ψυχίατρος είχε ομολογήσει σε φίλους του πως είχε αλλάξει την θεραπευτική αγωγή για την νευρασθένεια, μετά που διάβασε την Κίτρινη Ταπετσαρία.
Το βιβλίο δεν είχε πρόθεση να οδηγήσει ανθρώπους στην παραφροσύνη, αλλά να τους σώσει. Και τα κατάφερε.
(Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία)

Η αιωνιότητα δεν αρχίζει μετά τον θάνατο. Είναι κάτι που συνεχίζεται για πάντα.
*
Όταν κάποιος είναι σίγουρος για το επικείμενο αναπόφευκτο τέλος, το απλούστερο από τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι να επιλέξει έναν γρήγορο και εύκολο τρόπο να τελειώσει τη ζωή του, παρά έναν αργό και φρικτό θάνατο.
Charlotte Perkins Gilman (1860–1935)
Στις 17 Αυγούστου, με υπερβολική δόση χλωροφόρμιου.
Θιασώτις της ευθανασίας, αποφασίζει να πεθάνει "γρήγορα
και ήσυχα" πεπεισμένη ότι δεν μπορεί να αντέξει στην
αγωνία της σοβαρής, για την εποχή της, ασθένειας από την
οποία προσεβλήθη.
Το άρθρο "Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία" δημοσιεύθηκε
τον Οκτώβριο του 1913 στο μηνιαίο περιοδικό "Forerunner" που
εξέδιδε η Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν.
(φωτ: britannica.com - 300 women who changed the world)
Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009
31 ~ Mπάρκροφτ Xένρι Mπόουκ: Mεγάλη βλακεία μου να περάσω τη θηλιά στο λαιμό μου
Τζακ Κόρριγκαν
...
Τ’ αγριεμένα νερά τον παρέσυραν, και κάθε νεύρο τεντώθηκε
για να διατηρήσει το κράτημα στο αδύναμο στήριγμα
Μολονότι τον είχε κυριεύσει ένα παγωμένο μούδιασμα,
το θάρρος του δεν τον είχε εγκαταλείψει ακόμα,
ο πόθος για ελευθερία πλημμύριζε κάθε του σκέψη.
Το σκοινί ταλαντεύτηκε χαμηλά κάτω από το βάρος του και σύρθηκε στο ρεύμα,
τα ορμητικά κύματα στροβιλίζονταν γύρω απ’ το κεφάλι του,
ενώ ψηλά πάνω απ’ τον ρόχθο του ποταμού αντιλαλούσε το φριχτό ουρλιαχτό
μιας ψυχής που δραπετεύει με τρόμο από τον κόσμο.
Ένας μεγάλος κορμός, που εμφανίσθηκε αστραπιαία με το φούσκωμα της πλημμύρας,
τον παρέσυρε χωρίς αντίσταση κάτω από το ανυπόμονο κύμα,
τον ρούφηξε στο βάθος του ποταμού, και εκεί κάτω από τον αφρό,
ο Τζάκ Κόρριγκαν αναζήτησε ένα ανώνυμο μνήμα -
«Αντίο ζωή, αντίο ζωή» περιγελούσαν τραγουδιστά τα κύματα,
οι επιβλητικοί γκρεμοί ύψωναν το άγριο ρεφραίν,
"μια ζωή κομμάτια, μια θρηνούσα σύζυγος," έτσι πήγαινε ο ρυθμός,
"κι ένα μικρό αγόρι που δεν θα ξαναδεί ποτέ."

Ο έρωτας ενός βουσμάνου
...
Λες πως εμείς οι βουσμάνοι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε
Οι ζωές μας είναι πολύ ανιαρές: συνεπώς
αφήνουμε να χαθεί ή στερούμαστε αυτή την εκλεκτή αίσθηση
που ανυψώνει αρκετούς άνδρες πάνω
από τους συντρόφους τους, που τους ξεχωρίζει
σαν αγγεία εξαιρετικής κατασκευής
- το αποκορύφωμα της αγγειοπλαστικής τέχνης -
τοποθετημένα χωριστά πάνω στο ράφι.
Έτσι, είναι κάτι περισσότερο από την κοινή πορσελάνη
και κάτι παραπάνω από θηρίο με ανθρώπινο προσωπείο
που, ψάχνοντας, βρίσκει τον ευγενή εαυτό του
διπλοκαθρεφτισμένο στα μάτια μιας γυναίκας!
Ωστόσο αυτά τα πράγματα έχουν και το αντίτιμό τους:
Γιατί, συχνά, και μόνο το άγγιγμα αρκεί για να τσακίσει
αυτά τα αγγεία εξαιρετικής τέχνης.
...

Rocklands, Adaminaby
29 Μαΐου 1887
Αγαπητέ Πατέρα
...
Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου ζήσαμε μια μεγάλη τραγωδία όταν από μια ανόητη πράξη, μια χαζομάρα, κόντεψα να χάσω τη ζωή μου. Μου έγινε μάθημα ώστε να μην ξαναϋποχωρήσω σε πιέσεις για φάρσες. Ο Μπόιντι κι εγώ συζητούσαμε κι αστειευόμαστε στην κουζίνα με την Μις Μπι και τον νεαρό Τεντ' και δεν θυμάμαι τι το ξεκίνησε, αλλά κι οι δυο ισχυριστήκαμε ότι μπορούμε να κρεμαστούμε. Yπήρχε ένα επικίνδυνο παιχνίδι όπου κρεμούσαν το πρόβατο από ένα δοκάρι και το άφηναν να αιωρείται σε ένα χαλαρό βρόχο. Εγώ, σαν βλάκας, έκανα μια περαστή θηλιά, και, δένοντας ένα μαντήλι στο πρόσωπό μου, είπα αντίο σε όλους, πέρασα το βρόχο γύρω απ’ το λαιμό μου και τον έσφιξα (Ο Μπόιντι κρεμόταν απ’ το μαντήλι του). Η Μις Μπι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα για το δωμάτιό της. Εγώ έμεινα μετέωρος, όπως μου είπαν, με τη θηλιά σφιγμένη γύρω στο λαιμό μου, με το βάρος μου στα χέρια μου, και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι που είδα την Μις Μπι να φεύγει.
Τότε έχασα κάθε συνείδηση του έξω κόσμου, νόμιζα, όμως, ότι ονειρευόμουν. Δεν ένιωθα πόνο, αλλά είχα την εντύπωση πως αναλογιζόμουν την παραδοξότητα αυτού του κόσμου και των ανθρώπων, και τι υπέροχο πράγμα που ήταν η γνώση. Βαθμιαία όμως μου φάνηκε ότι με κατέλαβε ένα αίσθημα ενόχλησης και προσπάθησα να μην σκέπτομαι, όμως έπρεπε να το κάνω. Με πίεζαν σκέψεις' περνούσαν μπρος στα μάτια μου σαν διερχόμενο τραίνο, τόσο γρήγορα που μου προξενούσε πόνο να τις παρακολουθώ. Εκείνο το διάστημα, υποθέτω, υπήρξε ένα κενό' και το επόμενο πράγμα που σκέφτηκα ήταν το πλοίο του Μίλσονς Πόιντ. Μπορούσα να ακούω το νερό να πλατσουρίζει και είχα την αίσθηση ότι επιβράδυνε σταδιακά καθώς πλεύριζε στην αποβάθρα. Τότε αντιλήφθηκα ότι κάτι μου συνέβη. Μπορούσα να βλέπω τον κόσμο γύρω μου, και ταυτόχρονα ήξερα ότι ήμουν πάνω στο πλοίο και είχα πάθει καρδιακή προσβολή. (ο δόκτωρ Κοξ μου είπε ότι έχω αδύνατη καρδιά). Σκέφθηκα Επιτέλους πρόκειται να πεθάνω' και τότε μου φάνηκε ότι το πλοίο βυθιζόταν, και μπορούσα να αισθάνομαι την ορμή του νερού πάνω μου και να το νιώθω να βρέχει τα μάγουλά μου. Φαινόταν σαν να υπήρχε ένα τρομερό βάρος που συνέθλιβε το στήθος μου. Όσο πήγαινε και χειροτέρευα, και σιγά σιγά καθώς επανερχόμουν στην πραγματικότητα κατάλαβα ότι ήμουν ξαπλωμένος στο πάτωμα και όλοι γύρω μου έβρεχαν τα χέρια και τους κροτάφους μου, ενώ εγώ πάσχιζα να αναπνεύσω.
Ω! Ήταν τρομερό – δέκα φορές χειρότερο από το κρέμασμα. Θα είχα ξανασωριαστεί στο πάτωμα, όταν ξαφνικά, πάνω στην προσπάθειά μου να πάρω ανάσα, συσπάσθηκαν τα χαρακτηριστικά μου φθάνοντας πολυ κοντά στο να τα καταφέρω να συνέλθω. Μου είπαν ότι έβγαζα φριχτούς ήχους. Ένιωσα ότι το στήθος μου κομματιάστηκε με τον αέρα, δεν μπορούσα να πάρω βαθιά αναπνοή, και δεν ήθελα να το ξαναπεράσω. Επιτέλους, άρχισα να καλυτερεύω και μπόρεσα να καταπιώ λίγο μπράντυ. Μετά από λίγο συνήλθα ολωσδιόλου, αλλά αυτός ο λαιμός μου! Μου έμεινε το σημάδι της θηλιάς γύρω του και την επόμενη μέρα (χθες δηλαδή) οι μύες μου ήταν πρησμένοι σαν χοντρά σκοινιά και ο πονοκέφαλος που είχα το Σάββατο το βράδυ και χθες, κόντεψε να με τρελλάνει.
Μετά που η Μις Μπι είχε φύγει από την κουζίνα, ο Μπόιντι είχε βγάλει το μαντήλι απ’ το λαιμό του και μαζί με τον νεαρό Τεντ έμειναν να γελάνε μαζί μου. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι κρατούσα τη θηλιά με τα χέρια μου' κι οι δυο νόμιζαν ότι την είχα δέσει στους ώμους μου. Όταν με είδαν, τα χέρια μου ήταν τεντωμένα στα πλευρά μου και τα δάχτυλά μου κινούνταν σπασμωδικά. Ήταν πολύ σκοτεινά κι έτσι δεν μπορούσαν να δουν ότι κρεμόμουν από τον λαιμό μου. «Έλα, να τον ξεκρεμάσουμε» είπε ο Τεντ και ήταν έτοιμοι να με δείρουν. Καθυστέρησαν λίγο και η Μις Μπι επέστρεψε. «Παραπάει αυτό το αστείο κύριε Μπόουκ» είπε, κι όλοι τους νόμιζαν ότι ακόμα υποκρινόμουν. Με ξεκρέμασαν και όταν μου έβγαλαν το μαντήλι και είδαν πως το πρόσωπό μου είχε μελανιάσει κι απ’ το στόμα μου έτρεχε αίμα, τότε μόνον κατάλαβαν ότι δεν ήταν αστείο αλλά άκρως αληθινό.
Μπορώ να σου πω ότι τους κοψοχόλιασα. Τους πήρε κοντά μισή ώρα να με συνεφέρουν. Βέβαια, είναι δεδομένο πως ήταν μεγάλη βλακεία μου να περάσω τη θηλιά στο λαιμό μου, αλλά ακόμα κι ένας λεβέντης συχνά κάνει απερισκεψίες, που όμως δεν έχουν πάντα τόσο δυσάρεστες συνέπειες.
...
Barcroft Henry Thomas Boake (1866 - 1892)
Στις 10 Μαΐου, οκτώ μέρες μετά την εξαφάνισή του, βρέθηκε
κρεμασμένος με τη λαβή του μαστιγίου του, στο Φόλλυ Πόιντ
του Μιντλ Χάρμπορ, - Σίδνεϊ.

...
Τ’ αγριεμένα νερά τον παρέσυραν, και κάθε νεύρο τεντώθηκε
για να διατηρήσει το κράτημα στο αδύναμο στήριγμα
Μολονότι τον είχε κυριεύσει ένα παγωμένο μούδιασμα,
το θάρρος του δεν τον είχε εγκαταλείψει ακόμα,
ο πόθος για ελευθερία πλημμύριζε κάθε του σκέψη.
Το σκοινί ταλαντεύτηκε χαμηλά κάτω από το βάρος του και σύρθηκε στο ρεύμα,
τα ορμητικά κύματα στροβιλίζονταν γύρω απ’ το κεφάλι του,
ενώ ψηλά πάνω απ’ τον ρόχθο του ποταμού αντιλαλούσε το φριχτό ουρλιαχτό
μιας ψυχής που δραπετεύει με τρόμο από τον κόσμο.
Ένας μεγάλος κορμός, που εμφανίσθηκε αστραπιαία με το φούσκωμα της πλημμύρας,
τον παρέσυρε χωρίς αντίσταση κάτω από το ανυπόμονο κύμα,
τον ρούφηξε στο βάθος του ποταμού, και εκεί κάτω από τον αφρό,
ο Τζάκ Κόρριγκαν αναζήτησε ένα ανώνυμο μνήμα -
«Αντίο ζωή, αντίο ζωή» περιγελούσαν τραγουδιστά τα κύματα,
οι επιβλητικοί γκρεμοί ύψωναν το άγριο ρεφραίν,
"μια ζωή κομμάτια, μια θρηνούσα σύζυγος," έτσι πήγαινε ο ρυθμός,
"κι ένα μικρό αγόρι που δεν θα ξαναδεί ποτέ."

Ο έρωτας ενός βουσμάνου
...
Λες πως εμείς οι βουσμάνοι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε
Οι ζωές μας είναι πολύ ανιαρές: συνεπώς
αφήνουμε να χαθεί ή στερούμαστε αυτή την εκλεκτή αίσθηση
που ανυψώνει αρκετούς άνδρες πάνω
από τους συντρόφους τους, που τους ξεχωρίζει
σαν αγγεία εξαιρετικής κατασκευής
- το αποκορύφωμα της αγγειοπλαστικής τέχνης -
τοποθετημένα χωριστά πάνω στο ράφι.
Έτσι, είναι κάτι περισσότερο από την κοινή πορσελάνη
και κάτι παραπάνω από θηρίο με ανθρώπινο προσωπείο
που, ψάχνοντας, βρίσκει τον ευγενή εαυτό του
διπλοκαθρεφτισμένο στα μάτια μιας γυναίκας!
Ωστόσο αυτά τα πράγματα έχουν και το αντίτιμό τους:
Γιατί, συχνά, και μόνο το άγγιγμα αρκεί για να τσακίσει
αυτά τα αγγεία εξαιρετικής τέχνης.
...

Rocklands, Adaminaby
29 Μαΐου 1887
Αγαπητέ Πατέρα
...
Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου ζήσαμε μια μεγάλη τραγωδία όταν από μια ανόητη πράξη, μια χαζομάρα, κόντεψα να χάσω τη ζωή μου. Μου έγινε μάθημα ώστε να μην ξαναϋποχωρήσω σε πιέσεις για φάρσες. Ο Μπόιντι κι εγώ συζητούσαμε κι αστειευόμαστε στην κουζίνα με την Μις Μπι και τον νεαρό Τεντ' και δεν θυμάμαι τι το ξεκίνησε, αλλά κι οι δυο ισχυριστήκαμε ότι μπορούμε να κρεμαστούμε. Yπήρχε ένα επικίνδυνο παιχνίδι όπου κρεμούσαν το πρόβατο από ένα δοκάρι και το άφηναν να αιωρείται σε ένα χαλαρό βρόχο. Εγώ, σαν βλάκας, έκανα μια περαστή θηλιά, και, δένοντας ένα μαντήλι στο πρόσωπό μου, είπα αντίο σε όλους, πέρασα το βρόχο γύρω απ’ το λαιμό μου και τον έσφιξα (Ο Μπόιντι κρεμόταν απ’ το μαντήλι του). Η Μις Μπι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα για το δωμάτιό της. Εγώ έμεινα μετέωρος, όπως μου είπαν, με τη θηλιά σφιγμένη γύρω στο λαιμό μου, με το βάρος μου στα χέρια μου, και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι που είδα την Μις Μπι να φεύγει.
Τότε έχασα κάθε συνείδηση του έξω κόσμου, νόμιζα, όμως, ότι ονειρευόμουν. Δεν ένιωθα πόνο, αλλά είχα την εντύπωση πως αναλογιζόμουν την παραδοξότητα αυτού του κόσμου και των ανθρώπων, και τι υπέροχο πράγμα που ήταν η γνώση. Βαθμιαία όμως μου φάνηκε ότι με κατέλαβε ένα αίσθημα ενόχλησης και προσπάθησα να μην σκέπτομαι, όμως έπρεπε να το κάνω. Με πίεζαν σκέψεις' περνούσαν μπρος στα μάτια μου σαν διερχόμενο τραίνο, τόσο γρήγορα που μου προξενούσε πόνο να τις παρακολουθώ. Εκείνο το διάστημα, υποθέτω, υπήρξε ένα κενό' και το επόμενο πράγμα που σκέφτηκα ήταν το πλοίο του Μίλσονς Πόιντ. Μπορούσα να ακούω το νερό να πλατσουρίζει και είχα την αίσθηση ότι επιβράδυνε σταδιακά καθώς πλεύριζε στην αποβάθρα. Τότε αντιλήφθηκα ότι κάτι μου συνέβη. Μπορούσα να βλέπω τον κόσμο γύρω μου, και ταυτόχρονα ήξερα ότι ήμουν πάνω στο πλοίο και είχα πάθει καρδιακή προσβολή. (ο δόκτωρ Κοξ μου είπε ότι έχω αδύνατη καρδιά). Σκέφθηκα Επιτέλους πρόκειται να πεθάνω' και τότε μου φάνηκε ότι το πλοίο βυθιζόταν, και μπορούσα να αισθάνομαι την ορμή του νερού πάνω μου και να το νιώθω να βρέχει τα μάγουλά μου. Φαινόταν σαν να υπήρχε ένα τρομερό βάρος που συνέθλιβε το στήθος μου. Όσο πήγαινε και χειροτέρευα, και σιγά σιγά καθώς επανερχόμουν στην πραγματικότητα κατάλαβα ότι ήμουν ξαπλωμένος στο πάτωμα και όλοι γύρω μου έβρεχαν τα χέρια και τους κροτάφους μου, ενώ εγώ πάσχιζα να αναπνεύσω.
Ω! Ήταν τρομερό – δέκα φορές χειρότερο από το κρέμασμα. Θα είχα ξανασωριαστεί στο πάτωμα, όταν ξαφνικά, πάνω στην προσπάθειά μου να πάρω ανάσα, συσπάσθηκαν τα χαρακτηριστικά μου φθάνοντας πολυ κοντά στο να τα καταφέρω να συνέλθω. Μου είπαν ότι έβγαζα φριχτούς ήχους. Ένιωσα ότι το στήθος μου κομματιάστηκε με τον αέρα, δεν μπορούσα να πάρω βαθιά αναπνοή, και δεν ήθελα να το ξαναπεράσω. Επιτέλους, άρχισα να καλυτερεύω και μπόρεσα να καταπιώ λίγο μπράντυ. Μετά από λίγο συνήλθα ολωσδιόλου, αλλά αυτός ο λαιμός μου! Μου έμεινε το σημάδι της θηλιάς γύρω του και την επόμενη μέρα (χθες δηλαδή) οι μύες μου ήταν πρησμένοι σαν χοντρά σκοινιά και ο πονοκέφαλος που είχα το Σάββατο το βράδυ και χθες, κόντεψε να με τρελλάνει.
Μετά που η Μις Μπι είχε φύγει από την κουζίνα, ο Μπόιντι είχε βγάλει το μαντήλι απ’ το λαιμό του και μαζί με τον νεαρό Τεντ έμειναν να γελάνε μαζί μου. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι κρατούσα τη θηλιά με τα χέρια μου' κι οι δυο νόμιζαν ότι την είχα δέσει στους ώμους μου. Όταν με είδαν, τα χέρια μου ήταν τεντωμένα στα πλευρά μου και τα δάχτυλά μου κινούνταν σπασμωδικά. Ήταν πολύ σκοτεινά κι έτσι δεν μπορούσαν να δουν ότι κρεμόμουν από τον λαιμό μου. «Έλα, να τον ξεκρεμάσουμε» είπε ο Τεντ και ήταν έτοιμοι να με δείρουν. Καθυστέρησαν λίγο και η Μις Μπι επέστρεψε. «Παραπάει αυτό το αστείο κύριε Μπόουκ» είπε, κι όλοι τους νόμιζαν ότι ακόμα υποκρινόμουν. Με ξεκρέμασαν και όταν μου έβγαλαν το μαντήλι και είδαν πως το πρόσωπό μου είχε μελανιάσει κι απ’ το στόμα μου έτρεχε αίμα, τότε μόνον κατάλαβαν ότι δεν ήταν αστείο αλλά άκρως αληθινό.
Μπορώ να σου πω ότι τους κοψοχόλιασα. Τους πήρε κοντά μισή ώρα να με συνεφέρουν. Βέβαια, είναι δεδομένο πως ήταν μεγάλη βλακεία μου να περάσω τη θηλιά στο λαιμό μου, αλλά ακόμα κι ένας λεβέντης συχνά κάνει απερισκεψίες, που όμως δεν έχουν πάντα τόσο δυσάρεστες συνέπειες.
...
Barcroft Henry Thomas Boake (1866 - 1892)
Στις 10 Μαΐου, οκτώ μέρες μετά την εξαφάνισή του, βρέθηκε
κρεμασμένος με τη λαβή του μαστιγίου του, στο Φόλλυ Πόιντ
του Μιντλ Χάρμπορ, - Σίδνεϊ.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009
30 ~ Ερβέ Γκιμπέρ: πόσο θα 'παιρνε για να πάψει να χτυπά η καρδιά μου;
...είχα ξεκινήσει να γράφω βίαια κείμενα για την ανατομή του σώματος' εκείνο τον καιρό είχα απορροφηθεί εντελώς από την ανατομική τέχνη, από οτιδήποτε περιστρεφόταν γύρω από τον θάνατο, το νεκροτομείο, τα πτώματα. Ήταν ο κόσμος μου. Ένα αισθητικό πάθος, το πάθος ενός ηδονοβλεψία, ενός συλλέκτη. Μου φαινόταν κάτι πολύ ζωντανό. Βίαια κείμενα όπου οι ερωτικές σκηνές και οι πράξεις ανατομής διατυπώνονταν σαν ερωτικές δραστηριότητες.

Επί τρείς μήνες πίστευα ότι ήμουν καταδικασμένος να πεθάνω από αυτή τη θανατηφόρα αρρώστεια... αλλά μετά από τρεις μήνες συνέβη κάτι ολωσδιόλου απρόσμενο που με έπεισε ότι θα μπορούσα, σχεδόν σίγουρα, να γλιτώσω...


Επί τρείς μήνες πίστευα ότι ήμουν καταδικασμένος να πεθάνω από αυτή τη θανατηφόρα αρρώστεια... αλλά μετά από τρεις μήνες συνέβη κάτι ολωσδιόλου απρόσμενο που με έπεισε ότι θα μπορούσα, σχεδόν σίγουρα, να γλιτώσω...

Αν, για παράδειγμα, κάποια μέρα μάθαινες ότι είχα αυτοκτονήσει, τι θα σκεπτόσουν; Θα θύμωνες μαζί μου;

Θα έριχνα σ' ένα ποτήρι με νερό εβδομήντα σταγόνες, θα το έπινα και μετά τι θα έκανα; Θα ξάπλωνα... πόσο θα 'παιρνε για να πάψει να χτυπά η καρδιά μου;

Με σκέφτονται τόσοι άνθρωποι που τώρα πια δεν έχω καμμιά ανάγκη να υπάρχω.
Hervé Guibert (1955-1991)
Στις 27 Δεκεμβρίου, στο Παρίσι, με υπερβολική δόση
ντιζιταλίν, ανήμπορος να παλέψει με το AIDS

(αποσπάσματα από κείμενα του Hervé Guibert, στο βιβλιο
του Jean-Pierre Boulé: Hervé Guibert, Voices of the Self)
Links:
Ερβέ Γκιμπέρ: Στο φίλο που δεν μου έσωσε τη ζωή
Ερβέ Γκιμπέρ: Το πρωτόκολλο της θλίψης

Θα έριχνα σ' ένα ποτήρι με νερό εβδομήντα σταγόνες, θα το έπινα και μετά τι θα έκανα; Θα ξάπλωνα... πόσο θα 'παιρνε για να πάψει να χτυπά η καρδιά μου;

Με σκέφτονται τόσοι άνθρωποι που τώρα πια δεν έχω καμμιά ανάγκη να υπάρχω.
Hervé Guibert (1955-1991)
Στις 27 Δεκεμβρίου, στο Παρίσι, με υπερβολική δόση
ντιζιταλίν, ανήμπορος να παλέψει με το AIDS
(αποσπάσματα από κείμενα του Hervé Guibert, στο βιβλιο
του Jean-Pierre Boulé: Hervé Guibert, Voices of the Self)
Links:
Ερβέ Γκιμπέρ: Στο φίλο που δεν μου έσωσε τη ζωή
Ερβέ Γκιμπέρ: Το πρωτόκολλο της θλίψης
Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009
29 ~ Ίνγκριντ Τζόνκερ: Δεν υπάρχει ερώτημα θανάτου
Το πρόσωπο του έρωτα
Το πρόσωπο σου είναι το πρόσωπο
όλων των άλλων πρίν από σένα καί μετά
από σένα' και τα μάτια σου είναι
ήρεμα σαν μια γαλάζια αυγή, που σπάζει
το χρόνο στην ώρα του. Βουκόλος
των νεφών, φρουρός της λευκής -με
εναλλαγή χρωμάτων- ομορφιάς, το τοπίο
των εξομολογημένων χειλιών σου, που έχω
εξερευνήσει, κρατά το μυστικό κάποιου
χαμόγελου όπως το τοπίο με τα μικρά
λευκά χωριά πέρα από τα βουνά'
κι οι χτύποι της καρδιάς σου
μέτρο της έκστασής τους.
Δεν υπάρχει ερώτημα μιας -κάποιας-
αρχής' δεν υπάρχει ζήτημα κατάκτησης,
δεν υπάρχει ερώτημα θανάτου: πρόσωπο
πολυαγαπημένο μου, το πρόσωπο του έρωτα!
μτφ: Αθαν. Β. Νταουσάνης
από το βιβλίο Η Ποίηση της Μαύρης Αφρικής
εκδ. Ροές, 2003

Σε επαναλαμβάνω
Χωρίς αρχή ή τέλος
Επαναλαμβάνω το σώμα σου
Η μέρα έχει αδύνατο ίσκιο
και η νύχτα κίτρινους σταυρούς
το τοπίο χωρίς ενδιαφέρον
και οι άνθρωποι μια σειρά κεριά
όσο σε επαναλαμβάνω
με τo στήθος μου
που δίνει νέο σχήμα στις χούφτες σου

Σ' ένα τόπο που δεν έχω ταξιδέψει ποτέ,
εκούσια, πέρα από οποιαδήποτε εμπειρία,
τα μάτια σου κρατούν τη σιωπή τους:
στα πιο ασθενικά σου σου νεύματα υπάρχουν
πράγματα που με κυκλώνουν
ή αυτά που δεν μπορώ ν' αγγίξω γιατί είναι
πολύ κοντά
....
Ingrid Jonker (1933-1965)
Στις 19 Ιουλίου, νύχτα, στην ακτή Τhree Anchor Bay
του Κέηπ Τάουν, μπήκε στη θάλασσα κι αφέθηκε να πνιγεί.

Το πρόσωπο σου είναι το πρόσωπο
όλων των άλλων πρίν από σένα καί μετά
από σένα' και τα μάτια σου είναι
ήρεμα σαν μια γαλάζια αυγή, που σπάζει
το χρόνο στην ώρα του. Βουκόλος
των νεφών, φρουρός της λευκής -με
εναλλαγή χρωμάτων- ομορφιάς, το τοπίο
των εξομολογημένων χειλιών σου, που έχω
εξερευνήσει, κρατά το μυστικό κάποιου
χαμόγελου όπως το τοπίο με τα μικρά
λευκά χωριά πέρα από τα βουνά'
κι οι χτύποι της καρδιάς σου
μέτρο της έκστασής τους.
Δεν υπάρχει ερώτημα μιας -κάποιας-
αρχής' δεν υπάρχει ζήτημα κατάκτησης,
δεν υπάρχει ερώτημα θανάτου: πρόσωπο
πολυαγαπημένο μου, το πρόσωπο του έρωτα!
μτφ: Αθαν. Β. Νταουσάνης
από το βιβλίο Η Ποίηση της Μαύρης Αφρικής
εκδ. Ροές, 2003

Σε επαναλαμβάνω
Χωρίς αρχή ή τέλος
Επαναλαμβάνω το σώμα σου
Η μέρα έχει αδύνατο ίσκιο
και η νύχτα κίτρινους σταυρούς
το τοπίο χωρίς ενδιαφέρον
και οι άνθρωποι μια σειρά κεριά
όσο σε επαναλαμβάνω
με τo στήθος μου
που δίνει νέο σχήμα στις χούφτες σου

Σ' ένα τόπο που δεν έχω ταξιδέψει ποτέ,
εκούσια, πέρα από οποιαδήποτε εμπειρία,
τα μάτια σου κρατούν τη σιωπή τους:
στα πιο ασθενικά σου σου νεύματα υπάρχουν
πράγματα που με κυκλώνουν
ή αυτά που δεν μπορώ ν' αγγίξω γιατί είναι
πολύ κοντά
....
Ingrid Jonker (1933-1965)
Στις 19 Ιουλίου, νύχτα, στην ακτή Τhree Anchor Bay
του Κέηπ Τάουν, μπήκε στη θάλασσα κι αφέθηκε να πνιγεί.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009
28 ~ Χάινριχ φον Κλάιστ: ...ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου μ' έναν από τους πιο υπέροχους και ηδονικoύς θανάτους
Στην αδελφή του, Ούλρικε:
Άνοιξη 1799
«...βρίσκω αδιανόητο το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς ένα σχέδιο στη ζωή του. Η αίσθηση της ασφάλειας που χαρακτηρίζει τον παρόντα χρόνο μου, καθώς και η ηρεμία με την οποία ατενίζω το μέλλον, με κάνουν να νιώθω βαθιά μέσα μου πόσο ανεκτίμητη ευτυχία μου χαρίζει το σχέδιο που ήδη έχω χαράξει για τη ζωή μου.
Το να ζεις χωρίς κανένα σχεδιασμό, χωρίς σταθερό σκοπό, κλωθογυρίζοντας συνέχεια ανάμεσα σε αβέβαιες επιθυμίες, σε μόνιμη ασυμφωνία με τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες σου, τελικά ένα παίγνιο της τύχης, μια μαριονέτα στα νήματα της μοίρας - μια τέτοια ανάξια κατάσταση μου φαίνεται τόσο ευτελής και καταφρονητέα, θα με καταντήσει τόσο κακόμοιρο και άθλιο, ώστε ο θάνατος θα είναι ασύγκριτα προτιμότερος».

... εκείνη προστάζει να ζέψουν την άμαξά της, αποφασισμένη να φύγει αμέσως για την πόλη. Όμως πριν προλάβει καλά καλά να συμμαζέψει μερικά πράγματα και να ξεχυθεί κατά την πόλη, βλέπει τον πύργο τυλιγμένο σε φλόγες. Ο μαρκήσιος, εξαγριωμένος απ' το φόβο, είχε αρπάξει ένα κερί και το 'χε απλώσει στις τέσσερις γωνιές του δωματίου που, ντυμένο με ξύλο καθώς ήταν, τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μάταια η μαρκησία έστειλε ανθρώπους μέσα να σώσουν τον δυστυχισμένο˙ εκείνος είχε με τον οικτρότερο τρόπο ήδη υποκύψει και σήμερα ακόμη κείτονται τ' άσπρα του κόκαλα μαζεμένα απ' τους χωρικούς στη γωνιά του δωματίου, απ' όπου είχε κάποτε σηκώσει με τη βία τη ζητιάνα του Λοκάρνο.
("Η ζητιάνα του Λοκάρνο" - η λέξη - τ.107, Ιαν.92)

Στην εξαδέλφη του, Marie:
Nοέμβρης 1811
«...Πίστεψε με, αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένος. Πρωί και βράδυ πέφτω στα γόνατα μπροστά στο Θεό, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχα μπορέσει να κάνω- τώρα. Του χρωστάω χάρη, γιατί ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου, την πιο βασανιστική ζωή που έζησε ποτέ άνθρωπος, μ' ένα από τους πιο υπέροχους και ηδονικούς θανάτους... Η απόφαση της να θέλει να πεθάνει μαζί μου με τράβηξε στην αγκαλιά της, με τέτοια ανείπωτη και ακαταμάχητη δύναμη που δεν μπορώ να σου την περιγράψω... Ακριβή μου φίλη, ας με καλούσε γρήγορα ο Θεός σ' αυτόν τον καλύτερο κόσμο...»

«... στον οργανικό κόσμο, όσο σκοτίζεται και αδυνατίζει ο λογισμός, τόσο πιο αστραποβόλα και ηγεμονική προβάλλει η χάρη. Και όπως η τομή δυο ευθειών στη μια πλευρά κάποιου σημείου διασχίζει το άπειρο και ξεφυτρώνει αίφνης στην άλλη του πλευρά, ή όπως το είδωλο κοίλου κατόπτρου διανύει το κενό και εμφανίζεται απρόοπτα εμπρός μας, έτσι αναπάντεχα παρουσιάζεται η χάρη όταν η γνώση φεύγει στο αχανές, και διακρίνεται πιο καθαρά στο σώμα εκείνο που δεν έχει διόλου γνώση, ή έχει γνώση απέραντη, δηλαδή στο ανδρείκελο ή στο Θεό.»
«Μήπως", είπα λιγάκι αφηρημένος, «θα πρέπει να ξαναγευτούμε τον καρπό του Δένδρου της Γνώσεως, για να επιστρέψουμε στην ηλικία της αθωότητος;»
«Να σας πω», απάντησε, «αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του κόσμου.»
("Οι Μαριονέτες" μτφ:Τζένη Μαστοράκη - εκδ. Άγρα, 1982)

Στην αδελφή του, Ulrike:
Noέμβρης 1811
«Δεν μπορώ να πεθάνω πλήρης και ευτυχισμένος, καθώς είμαι, χωρίς προηγουμένως να συμφιλιωθώ με όλον τον κόσμο και προπάντων μ' εσένα... Είθε να σου χαρίσει ο ουρανός ένα θάνατο που, έστω και κατά το ήμισυ, να προσεγγίζει την ευτυχία και την απερίγραπτη χαρά που νιώθω εγώ τώρα...»

... αν μπορούσα να δω μέσα στην καρδιά μου, να μαζέψω τις σκέψεις μου, και με τα γυμνά χέρια μου να τις αφήσω, χωρίς πρόσθετα στολίδια, στη δική σου καρδιά, τότε, ομολογώ, η πιο κρυφή επιθυμία της ψυχής μου θα έχει εκπληρωθεί.
("Letter from One Poet to Another")

Στην εξαδέλφη του, Marie:
Nοέμβρης 1811
«...αν περνούσε ακόμη από το χέρι μου, σε διαβεβαιώνω πως θα παραιτούμουν από την απόφαση μου να πεθάνω. Όμως, στ' ορκίζομαι, μου είναι τελείως αδύνατο να εξακολουθήσω να ζω. Η ψυχή μου είναι τόσο πληγωμένη... Όμως, δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω να μου συμπεριφέρονται σαν να 'μουν ένα τίποτα, ένα άχρηστο μέλος της κοινωνίας, και να μη μου αναγνωρίζεται η παραμικρή αξία... Έχε γεια! Είσαι η μόνη πάνω στη γη που θα ήθελα να δω ξανά. ...Βρήκα μια φίλη που η ψυχή της φτερουγίζει σαν μικρός αετός... Που καταλαβαίνει πως η θλίψη μου είναι μεγάλη, βαθύρριζη και ανίατη, και γι' αυτό, παρ' όλο που έχει τον τρόπο να με κάνει ευτυχισμένο, θέλει να πεθάνει μαζί μου. Που μου δίνει την απερίγραπτη ευχαρίστηση να θέλει να σκοτωθεί τόσο εύκολα κι αμέριμνα...»
Bernd Heinrich Wilhelm von Kleist (1777–1811)
Στις 21 Νοεμβρίου, στην όχθη της λίμνης του Wannsee,
κοντά στο Πότσδαμ, με σφαίρα στο στόμα. Αμέσως μετά
που πυροβόλησε στην καρδιά τη φίλη του Αdolfine Vogel,
όπως είχαν συμφωνήσει, και αφού η σύζυγός του, είχε
αρνηθεί την πρότασή του ν' αυτοκτονήσει μαζί του.

Τα τέσσερα αποσπάσματα από τις επιστολές προς την
αδελφή του Ulrike και προς την εξαδέλφη του Marie,
είναι από το βιβλίο του Γιάννη Βασιλειάδη
"Γκέοργκ Μπίχνερ και Χάινριχ φον Κλάιστ"
- εκδ. Αιγόκερως, 2005
Άνοιξη 1799
«...βρίσκω αδιανόητο το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς ένα σχέδιο στη ζωή του. Η αίσθηση της ασφάλειας που χαρακτηρίζει τον παρόντα χρόνο μου, καθώς και η ηρεμία με την οποία ατενίζω το μέλλον, με κάνουν να νιώθω βαθιά μέσα μου πόσο ανεκτίμητη ευτυχία μου χαρίζει το σχέδιο που ήδη έχω χαράξει για τη ζωή μου.
Το να ζεις χωρίς κανένα σχεδιασμό, χωρίς σταθερό σκοπό, κλωθογυρίζοντας συνέχεια ανάμεσα σε αβέβαιες επιθυμίες, σε μόνιμη ασυμφωνία με τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες σου, τελικά ένα παίγνιο της τύχης, μια μαριονέτα στα νήματα της μοίρας - μια τέτοια ανάξια κατάσταση μου φαίνεται τόσο ευτελής και καταφρονητέα, θα με καταντήσει τόσο κακόμοιρο και άθλιο, ώστε ο θάνατος θα είναι ασύγκριτα προτιμότερος».

... εκείνη προστάζει να ζέψουν την άμαξά της, αποφασισμένη να φύγει αμέσως για την πόλη. Όμως πριν προλάβει καλά καλά να συμμαζέψει μερικά πράγματα και να ξεχυθεί κατά την πόλη, βλέπει τον πύργο τυλιγμένο σε φλόγες. Ο μαρκήσιος, εξαγριωμένος απ' το φόβο, είχε αρπάξει ένα κερί και το 'χε απλώσει στις τέσσερις γωνιές του δωματίου που, ντυμένο με ξύλο καθώς ήταν, τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μάταια η μαρκησία έστειλε ανθρώπους μέσα να σώσουν τον δυστυχισμένο˙ εκείνος είχε με τον οικτρότερο τρόπο ήδη υποκύψει και σήμερα ακόμη κείτονται τ' άσπρα του κόκαλα μαζεμένα απ' τους χωρικούς στη γωνιά του δωματίου, απ' όπου είχε κάποτε σηκώσει με τη βία τη ζητιάνα του Λοκάρνο.
("Η ζητιάνα του Λοκάρνο" - η λέξη - τ.107, Ιαν.92)

Στην εξαδέλφη του, Marie:
Nοέμβρης 1811
«...Πίστεψε με, αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένος. Πρωί και βράδυ πέφτω στα γόνατα μπροστά στο Θεό, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχα μπορέσει να κάνω- τώρα. Του χρωστάω χάρη, γιατί ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου, την πιο βασανιστική ζωή που έζησε ποτέ άνθρωπος, μ' ένα από τους πιο υπέροχους και ηδονικούς θανάτους... Η απόφαση της να θέλει να πεθάνει μαζί μου με τράβηξε στην αγκαλιά της, με τέτοια ανείπωτη και ακαταμάχητη δύναμη που δεν μπορώ να σου την περιγράψω... Ακριβή μου φίλη, ας με καλούσε γρήγορα ο Θεός σ' αυτόν τον καλύτερο κόσμο...»

«... στον οργανικό κόσμο, όσο σκοτίζεται και αδυνατίζει ο λογισμός, τόσο πιο αστραποβόλα και ηγεμονική προβάλλει η χάρη. Και όπως η τομή δυο ευθειών στη μια πλευρά κάποιου σημείου διασχίζει το άπειρο και ξεφυτρώνει αίφνης στην άλλη του πλευρά, ή όπως το είδωλο κοίλου κατόπτρου διανύει το κενό και εμφανίζεται απρόοπτα εμπρός μας, έτσι αναπάντεχα παρουσιάζεται η χάρη όταν η γνώση φεύγει στο αχανές, και διακρίνεται πιο καθαρά στο σώμα εκείνο που δεν έχει διόλου γνώση, ή έχει γνώση απέραντη, δηλαδή στο ανδρείκελο ή στο Θεό.»
«Μήπως", είπα λιγάκι αφηρημένος, «θα πρέπει να ξαναγευτούμε τον καρπό του Δένδρου της Γνώσεως, για να επιστρέψουμε στην ηλικία της αθωότητος;»
«Να σας πω», απάντησε, «αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του κόσμου.»
("Οι Μαριονέτες" μτφ:Τζένη Μαστοράκη - εκδ. Άγρα, 1982)

Στην αδελφή του, Ulrike:
Noέμβρης 1811
«Δεν μπορώ να πεθάνω πλήρης και ευτυχισμένος, καθώς είμαι, χωρίς προηγουμένως να συμφιλιωθώ με όλον τον κόσμο και προπάντων μ' εσένα... Είθε να σου χαρίσει ο ουρανός ένα θάνατο που, έστω και κατά το ήμισυ, να προσεγγίζει την ευτυχία και την απερίγραπτη χαρά που νιώθω εγώ τώρα...»

... αν μπορούσα να δω μέσα στην καρδιά μου, να μαζέψω τις σκέψεις μου, και με τα γυμνά χέρια μου να τις αφήσω, χωρίς πρόσθετα στολίδια, στη δική σου καρδιά, τότε, ομολογώ, η πιο κρυφή επιθυμία της ψυχής μου θα έχει εκπληρωθεί.
("Letter from One Poet to Another")

Στην εξαδέλφη του, Marie:
Nοέμβρης 1811
«...αν περνούσε ακόμη από το χέρι μου, σε διαβεβαιώνω πως θα παραιτούμουν από την απόφαση μου να πεθάνω. Όμως, στ' ορκίζομαι, μου είναι τελείως αδύνατο να εξακολουθήσω να ζω. Η ψυχή μου είναι τόσο πληγωμένη... Όμως, δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω να μου συμπεριφέρονται σαν να 'μουν ένα τίποτα, ένα άχρηστο μέλος της κοινωνίας, και να μη μου αναγνωρίζεται η παραμικρή αξία... Έχε γεια! Είσαι η μόνη πάνω στη γη που θα ήθελα να δω ξανά. ...Βρήκα μια φίλη που η ψυχή της φτερουγίζει σαν μικρός αετός... Που καταλαβαίνει πως η θλίψη μου είναι μεγάλη, βαθύρριζη και ανίατη, και γι' αυτό, παρ' όλο που έχει τον τρόπο να με κάνει ευτυχισμένο, θέλει να πεθάνει μαζί μου. Που μου δίνει την απερίγραπτη ευχαρίστηση να θέλει να σκοτωθεί τόσο εύκολα κι αμέριμνα...»
Bernd Heinrich Wilhelm von Kleist (1777–1811)
Στις 21 Νοεμβρίου, στην όχθη της λίμνης του Wannsee,
κοντά στο Πότσδαμ, με σφαίρα στο στόμα. Αμέσως μετά
που πυροβόλησε στην καρδιά τη φίλη του Αdolfine Vogel,
όπως είχαν συμφωνήσει, και αφού η σύζυγός του, είχε
αρνηθεί την πρότασή του ν' αυτοκτονήσει μαζί του.
Τα τέσσερα αποσπάσματα από τις επιστολές προς την
αδελφή του Ulrike και προς την εξαδέλφη του Marie,
είναι από το βιβλίο του Γιάννη Βασιλειάδη
"Γκέοργκ Μπίχνερ και Χάινριχ φον Κλάιστ"
- εκδ. Αιγόκερως, 2005
Τετάρτη, 04 Φεβρουαρίου 2009
27 ~ Πένιο Πένεβ: η συνείδησή σου είναι ο ελεγκτής
Μονοπάτια
[....] Φιδωτά
από παντού
- από κάθε
διαμέρισμα - ξεκινούνε
και φτάνοντας ως
την κοντινή
πολυκατοικία
ακριβώς
στις πόρτες της μπροστά
σταματούνε.
Πόσα βήματα πάνω τους
έχουν αντηχήσει!
Πόσα βήματα η γη
άκουσε!
Όταν
έρθη
να κατοικήση
εδώ ένας
καινούργιος νοικάρης
μέσ' απ' το χορτάρι
νέο μονοπάτι
ευθύς
θα ξεκινήση.
Κ' είναι σάμπως τα πράγματα
να υπακούνε
σε κάποιο νόμον
έτσι
που
θα 'λεγες
πως κάθε μονοπάτι
χέρι είναι αδερφικά απλωμένο
σε φίλον αγαπητό —
στον άνθρωπο
[....]
Μακάρι
να θυμούμαστε όλοι
πάντα
αυτά
τα μονοπάτια.
Πάντα και πιο πολλά
πιο φαρδιά πάντα
παντού
έτσι πάντα
να ξασπρίζουν
και να οδηγούν
παντού, όπου
ζουν
άνθρωποι αγαθοί.
Να τ' αγαπούμε
αιώνια
να τα διατηρούμε.
Κι αυτό όπως
εννοείς
εχθρός δεν είναι
που να μην το φοβάται.
Μακάρι
ποτέ
τα μονοπάτια τούτα
να μη χορταριάσουν!
μτφ: Άρης Δικταίος*

Τρεις δεκάρες
[....] εδώ
κοντά στην είσοδο
στην αριστερή γωνιάν
υπάρχει
κυλικείο.
Μην περιμένης
χάνεις τον καιρό σου!
Κανένας
δε θα σε σερβίρη'
πάρε μόνος σου
αυτό πού θέλεις —
εδώ ο
καντινιέρης
είσαι εσύ!
Το πράγμα
πολύ απλό
γίνεται έτσι:
το ένα χέρι είναι
ο πωλητής
το άλλο χέρι είναι
ο πελάτης.
Στο αντικρυνό τραπέζι
το μικρό αυτό κουτί
που βλέπεις είναι
το ταμείο.
Ήπιες
να πούμε
μπύρα —
ρωτάς τον εαυτό σου:
Τι χρωστώ;
Τόσα
λες
και πληρώνεις
τον εαυτό σου
απ' τον εαυτό σου
θα ζήτησης τα ρέστα.
Εδώ
η συνείδηση σου είναι
ο ελεγκτής.
....
μτφ: Άρης Δικταίος*
Пеньо Пенев [Penio Penev] (1930-1959)
Στις 27 Aπριλίου, στο Ντιμίντροβγκραντ, με υπερβολική
δόση του υπνωτικού βερονάλ, λόγω βαριάς κατάθλιψης,
έντονων ψυχολογικών προβλημάτων και αλκοολισμού,
που τον είχαν οδηγήσει σε παλαιότερη απόπειρα, τον
Σεπτέμβρη του 1950

- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως" - εκδ.Δωδώνη, 1971.
* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή, το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε.
- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: penjopenev.faithweb.com)
[....] Φιδωτά
από παντού
- από κάθε
διαμέρισμα - ξεκινούνε
και φτάνοντας ως
την κοντινή
πολυκατοικία
ακριβώς
στις πόρτες της μπροστά
σταματούνε.
Πόσα βήματα πάνω τους
έχουν αντηχήσει!
Πόσα βήματα η γη
άκουσε!
Όταν
έρθη
να κατοικήση
εδώ ένας
καινούργιος νοικάρης
μέσ' απ' το χορτάρι
νέο μονοπάτι
ευθύς
θα ξεκινήση.
Κ' είναι σάμπως τα πράγματα
να υπακούνε
σε κάποιο νόμον
έτσι
που
θα 'λεγες
πως κάθε μονοπάτι
χέρι είναι αδερφικά απλωμένο
σε φίλον αγαπητό —
στον άνθρωπο
[....]
Μακάρι
να θυμούμαστε όλοι
πάντα
αυτά
τα μονοπάτια.
Πάντα και πιο πολλά
πιο φαρδιά πάντα
παντού
έτσι πάντα
να ξασπρίζουν
και να οδηγούν
παντού, όπου
ζουν
άνθρωποι αγαθοί.
Να τ' αγαπούμε
αιώνια
να τα διατηρούμε.
Κι αυτό όπως
εννοείς
εχθρός δεν είναι
που να μην το φοβάται.
Μακάρι
ποτέ
τα μονοπάτια τούτα
να μη χορταριάσουν!
μτφ: Άρης Δικταίος*

Τρεις δεκάρες
[....] εδώ
κοντά στην είσοδο
στην αριστερή γωνιάν
υπάρχει
κυλικείο.
Μην περιμένης
χάνεις τον καιρό σου!
Κανένας
δε θα σε σερβίρη'
πάρε μόνος σου
αυτό πού θέλεις —
εδώ ο
καντινιέρης
είσαι εσύ!
Το πράγμα
πολύ απλό
γίνεται έτσι:
το ένα χέρι είναι
ο πωλητής
το άλλο χέρι είναι
ο πελάτης.
Στο αντικρυνό τραπέζι
το μικρό αυτό κουτί
που βλέπεις είναι
το ταμείο.
Ήπιες
να πούμε
μπύρα —
ρωτάς τον εαυτό σου:
Τι χρωστώ;
Τόσα
λες
και πληρώνεις
τον εαυτό σου
απ' τον εαυτό σου
θα ζήτησης τα ρέστα.
Εδώ
η συνείδηση σου είναι
ο ελεγκτής.
....
μτφ: Άρης Δικταίος*
Пеньо Пенев [Penio Penev] (1930-1959)
Στις 27 Aπριλίου, στο Ντιμίντροβγκραντ, με υπερβολική
δόση του υπνωτικού βερονάλ, λόγω βαριάς κατάθλιψης,
έντονων ψυχολογικών προβλημάτων και αλκοολισμού,
που τον είχαν οδηγήσει σε παλαιότερη απόπειρα, τον
Σεπτέμβρη του 1950

- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως" - εκδ.Δωδώνη, 1971.
* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή, το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε.
- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: penjopenev.faithweb.com)
Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009
26 ~ Βιρτζίνια Γουλφ: Έχω χάσει τα πάντα εκτός από τη σιγουριά της καλοσύνης σου
Ονειρεύομαι μερικές φορές πως τουλάχιστον όταν έρθει η Ημέρα της Κρίσης και τότε όλοι οι σπουδαίοι καταχτητές, οι δικηγόροι, οι πολιτικοί καταφτάσουν για να παραλάβουν τα έπαθλα τους, τα στέμματα τους, τις δάφνες τους, και τα ονόματα τους σκαλισμένα ανεξίτηλα πάνω σε άφθαρτο μάρμαρο, τότε ο Παντοδύναμος θα στραφεί στον Πέτρο και θα πει, με κάποιο ίχνος ζήλιας, όταν θα μας δει να καταφθάνουμε με τα βιβλία μας στα χέρια, «Ιδού κάποιοι που δεν χρειάζονται κανένα έπαθλο. Τίποτα φυσικά δεν μπορούμε να τους απονείμουμε εδώ. Αυτοί λατρέψανε το διάβασμα».

...το φάντασμα ήταν μια γυναίκα που όταν άρχισα να την γνωρίζω καλύτερα της έδωσα το όνομα της ηρωίδας από ένα γνωστό ποίημα, ο Άγγελος του Σπιτιού. Αυτή ήταν που συνήθιζε να μπαίνει ανάμεσα σε μένα και στο χαρτί όταν έγραφα κριτικές, αυτή ήταν που με ενοχλούσε, σπαταλούσε τον χρόνο μου και με βασάνιζε τόσο πολύ που στο τέλος τη σκότωσα. Εσείς που προέρχεστε από μια νεώτερη και πιο ευτυχισμένη γενιά μπορεί να μην την έχετε ακούσει, ίσως να μην γνωρίζετε τι εννοώ με το ποίημα ο Άγγελος του Σπιτιού. Θα σας την περιγράψω όσο πιο σύντομα μπορώ. Ήταν εξαιρετικά συμπαθητική. Απέραντα γοητευτική. Απεριόριστα ανιδιοτελής. Διακρινόταν για τον τρόπο που επέλυνε τα δύσκολα οικογενειακά προβλήματα. Θυσιαζόταν καθημερινά. Αν υπήρχε κοτόπουλο, έτρωγε το πόδι. Αν υπήρχε ρεύμα, εκεί θα καθόταν. Με λίγα λόγια, ήταν έτσι καμωμένη που ούτε δικές της απόψεις, ούτε δικές της επιθυμίες είχε, αλλά προτιμούσε πάντοτε να συμπάσχει και να ακολουθεί τις σκέψεις και τις επιθυμίες των άλλων. Πάνω από όλα, και αυτό δεν χρειάζεται να το αναφέρω, ήταν αγνή. Η αγνότητα της, ήταν το κύριο χάρισμα της, η συστολή της ήταν η μεγαλύτερη χάρη της. Εκείνες τις μέρες, τις τελευταίες μέρες της βασίλισσας Βικτωρίας, κάθε σπίτι είχε τον δικό του Άγγελο. Και όταν ήρθε η στιγμή να γράψω ήρθα αντιμέτωπη μ' αυτή από τις πρώτες μου λέξεις. Η σκιά των φτερών της έπεσε στην σελίδα μου. Άκουσα το θρόισμα του φουστανιού της στο δωμάτιο. Για να είμαι πιο ακριβής, όταν πήρα στο χέρι την πένα για να γράψω την κριτική για το μυθιστόρημα κάποιου φημισμένου άντρα, αυτή γλίστρησε πίσω μου και ψιθύρισε. «Αγαπητή μου, εσύ είσαι μια νέα κοπέλα και γράφεις για ένα βιβλίο που έγραψε ένας άντρας. Να είσαι συμπονετική, τρυφερή, να κολακεύεις, να εξαπατάς, χρησιμοποίησε όλη τη δεξιοτεχνία σου και τα τεχνάσματα του φύλου μας. Ποτέ μην αφήσεις κανέναν να μαντέψει πως έχεις τη δική σου σκέψη. Πάνω από όλα να είσαι αγνή». Και πήγε να κατευθύνει την πένα μου. Τώρα φέρνω στη μνήμη μου μια πράξη για την οποία επαινώ τον εαυτό μου, αν και ο έπαινος ανήκει σε κάποιον εξαιρετικό προγονό μου που μου κληροδότησε ένα συγκεκριμένο χρηματικό πόσο —ας πούμε πεντακόσιες λίρες τον χρόνο— έτσι δεν ήταν απαραίτητο για μένα να εξαρτώμαι αποκλειστικά από τη γοητεία μου για την επιβίωση μου. Στράφηκα και την άρπαξα από τον λαιμό. Έκανα ότι μπορούσα για να τη σκοτώσω. Η δικαιολογία μου, αν επρόκειτο να δικαστώ για αυτό, θα ήταν ότι βρισκόμουνα σε άμυνα. Αν δεν τη σκότωνα εγώ θα με σκότωνε εκείνη.

Το σκοινί γλίστρησε από τα χέρια της κοπέλας. Η φαντασίωση της απομακρύνθηκε. Έψαχνε να βρει τις λίμνες και τα βάθη όπου κοιμούνται τα μεγαλύτερα ψάρια κι εκεί κάτι έσπασε. Και έγινε μια έκρηξη. Υπήρχαν αφροί και σύγχυση. Η φαντασία της συγκρούστηκε με κάτι σκληρό. Η κοπέλα ξύπνησε από το όνειρό της. Βρισκόταν πράγματι σε μια κατάσταση έντονης και οδυνηρής αγωνίας. Και για να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές, είχε σκεφτεί κάτι σχετικό με το σώμα, κάτι για τον πόθο που ήταν ανάρμοστο για να εκφραστεί από μια γυναίκα. Οι άντρες, την προειδοποιούσε η λογική της, θα την αποδοκίμαζαν. Η συνειδητοποίηση του πως θα χαρακτήριζαν οι άντρες μια γυναίκα που λέει την αλήθεια για τα πάθη της, την έβγαλε από την αφηρημένη κατάσταση του δημιουργού. Δεν μπορούσε πια να γράψει. Η έκσταση τελείωσε. Η φαντασία της δεν λειτουργούσε πια. Αυτή πιστεύω πως είναι μια πάρα πολύ συνηθισμένη εμπειρία για τις γυναίκες συγγραφείς. Εμποδίζονται από τον ακραίο συντηρητισμό του άλλου φύλου. Διότι αν και οι άντρες λογικά επιτρέπουν στους εαυτούς τους μεγάλη ελευθερία σ' αυτά τα θέματα, αμφιβάλλω αν κατανοούν ή αν μπορούν να ελέγξουν την υπερβολική σκληρότητα με την οποία καταδικάζουν τέτοιου είδους ελευθερία στις γυναίκες.

Έτσι λοιπόν εμείς —οι άνθρωποι— επιμένουμε πως το σώμα πρέπει να κρατιέται στη ζωή έστω και από μια κλωστή. Αφαιρούμε τα αυτιά και τα μάτια και την κρατούμε εκεί, με ένα μπουκάλι φάρμακο, μια κούπα τσάι, μια τρεμάμενη φωτιά που σιγοσβήνει σαν μια κουρούνα στην πόρτα του στάβλου. Μια κουρούνα που επιμένει να ζει παρ' ότι πληγωμένη.
μτφ: Αργυρώ Μάντογλου

...το φάντασμα ήταν μια γυναίκα που όταν άρχισα να την γνωρίζω καλύτερα της έδωσα το όνομα της ηρωίδας από ένα γνωστό ποίημα, ο Άγγελος του Σπιτιού. Αυτή ήταν που συνήθιζε να μπαίνει ανάμεσα σε μένα και στο χαρτί όταν έγραφα κριτικές, αυτή ήταν που με ενοχλούσε, σπαταλούσε τον χρόνο μου και με βασάνιζε τόσο πολύ που στο τέλος τη σκότωσα. Εσείς που προέρχεστε από μια νεώτερη και πιο ευτυχισμένη γενιά μπορεί να μην την έχετε ακούσει, ίσως να μην γνωρίζετε τι εννοώ με το ποίημα ο Άγγελος του Σπιτιού. Θα σας την περιγράψω όσο πιο σύντομα μπορώ. Ήταν εξαιρετικά συμπαθητική. Απέραντα γοητευτική. Απεριόριστα ανιδιοτελής. Διακρινόταν για τον τρόπο που επέλυνε τα δύσκολα οικογενειακά προβλήματα. Θυσιαζόταν καθημερινά. Αν υπήρχε κοτόπουλο, έτρωγε το πόδι. Αν υπήρχε ρεύμα, εκεί θα καθόταν. Με λίγα λόγια, ήταν έτσι καμωμένη που ούτε δικές της απόψεις, ούτε δικές της επιθυμίες είχε, αλλά προτιμούσε πάντοτε να συμπάσχει και να ακολουθεί τις σκέψεις και τις επιθυμίες των άλλων. Πάνω από όλα, και αυτό δεν χρειάζεται να το αναφέρω, ήταν αγνή. Η αγνότητα της, ήταν το κύριο χάρισμα της, η συστολή της ήταν η μεγαλύτερη χάρη της. Εκείνες τις μέρες, τις τελευταίες μέρες της βασίλισσας Βικτωρίας, κάθε σπίτι είχε τον δικό του Άγγελο. Και όταν ήρθε η στιγμή να γράψω ήρθα αντιμέτωπη μ' αυτή από τις πρώτες μου λέξεις. Η σκιά των φτερών της έπεσε στην σελίδα μου. Άκουσα το θρόισμα του φουστανιού της στο δωμάτιο. Για να είμαι πιο ακριβής, όταν πήρα στο χέρι την πένα για να γράψω την κριτική για το μυθιστόρημα κάποιου φημισμένου άντρα, αυτή γλίστρησε πίσω μου και ψιθύρισε. «Αγαπητή μου, εσύ είσαι μια νέα κοπέλα και γράφεις για ένα βιβλίο που έγραψε ένας άντρας. Να είσαι συμπονετική, τρυφερή, να κολακεύεις, να εξαπατάς, χρησιμοποίησε όλη τη δεξιοτεχνία σου και τα τεχνάσματα του φύλου μας. Ποτέ μην αφήσεις κανέναν να μαντέψει πως έχεις τη δική σου σκέψη. Πάνω από όλα να είσαι αγνή». Και πήγε να κατευθύνει την πένα μου. Τώρα φέρνω στη μνήμη μου μια πράξη για την οποία επαινώ τον εαυτό μου, αν και ο έπαινος ανήκει σε κάποιον εξαιρετικό προγονό μου που μου κληροδότησε ένα συγκεκριμένο χρηματικό πόσο —ας πούμε πεντακόσιες λίρες τον χρόνο— έτσι δεν ήταν απαραίτητο για μένα να εξαρτώμαι αποκλειστικά από τη γοητεία μου για την επιβίωση μου. Στράφηκα και την άρπαξα από τον λαιμό. Έκανα ότι μπορούσα για να τη σκοτώσω. Η δικαιολογία μου, αν επρόκειτο να δικαστώ για αυτό, θα ήταν ότι βρισκόμουνα σε άμυνα. Αν δεν τη σκότωνα εγώ θα με σκότωνε εκείνη.

Το σκοινί γλίστρησε από τα χέρια της κοπέλας. Η φαντασίωση της απομακρύνθηκε. Έψαχνε να βρει τις λίμνες και τα βάθη όπου κοιμούνται τα μεγαλύτερα ψάρια κι εκεί κάτι έσπασε. Και έγινε μια έκρηξη. Υπήρχαν αφροί και σύγχυση. Η φαντασία της συγκρούστηκε με κάτι σκληρό. Η κοπέλα ξύπνησε από το όνειρό της. Βρισκόταν πράγματι σε μια κατάσταση έντονης και οδυνηρής αγωνίας. Και για να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές, είχε σκεφτεί κάτι σχετικό με το σώμα, κάτι για τον πόθο που ήταν ανάρμοστο για να εκφραστεί από μια γυναίκα. Οι άντρες, την προειδοποιούσε η λογική της, θα την αποδοκίμαζαν. Η συνειδητοποίηση του πως θα χαρακτήριζαν οι άντρες μια γυναίκα που λέει την αλήθεια για τα πάθη της, την έβγαλε από την αφηρημένη κατάσταση του δημιουργού. Δεν μπορούσε πια να γράψει. Η έκσταση τελείωσε. Η φαντασία της δεν λειτουργούσε πια. Αυτή πιστεύω πως είναι μια πάρα πολύ συνηθισμένη εμπειρία για τις γυναίκες συγγραφείς. Εμποδίζονται από τον ακραίο συντηρητισμό του άλλου φύλου. Διότι αν και οι άντρες λογικά επιτρέπουν στους εαυτούς τους μεγάλη ελευθερία σ' αυτά τα θέματα, αμφιβάλλω αν κατανοούν ή αν μπορούν να ελέγξουν την υπερβολική σκληρότητα με την οποία καταδικάζουν τέτοιου είδους ελευθερία στις γυναίκες.

Έτσι λοιπόν εμείς —οι άνθρωποι— επιμένουμε πως το σώμα πρέπει να κρατιέται στη ζωή έστω και από μια κλωστή. Αφαιρούμε τα αυτιά και τα μάτια και την κρατούμε εκεί, με ένα μπουκάλι φάρμακο, μια κούπα τσάι, μια τρεμάμενη φωτιά που σιγοσβήνει σαν μια κουρούνα στην πόρτα του στάβλου. Μια κουρούνα που επιμένει να ζει παρ' ότι πληγωμένη.
μτφ: Αργυρώ Μάντογλου
από το βιβλίο Virginia Woolf, Δοκίμια, εκδ. Scripta, 1999


Τρίτη, 18 Μαρτίου 1941
Αγαπημένε
Έχω τη βεβαιότητα πως παραφρονώ ξανά. Νιώθω ότι δεν μπορούμε να υπομείνουμε κι άλλες από αυτές τις δεινές ώρες. Και δεν θα γιατρευτώ αυτή τη φορά. Αρχίζω να ακούω φωνές, και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Έτσι, κάνω αυτό που μου φαίνεται πως είναι το καλύτερο. Μού 'δωσες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν με κάθε τρόπο όλα αυτά που θα μπορούσε να είναι κανείς. Δεν πίστευα ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι, μέχρι που ήρθε αυτή η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την παλέψω κι άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου, πως χωρίς εμένα θα μπορούσες να εργασθείς. Και θα το κάνεις, το ξέρω. Βλέπεις ούτε κι αυτό το γράμμα δεν μπορώ να γράψω σωστά. Δεν μπορώ να διαβάσω. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σου οφείλω όλη την ευτυχία της ζωής μου. Υπήρξες άκρως υπομονετικός μαζί μου και απίστευτα καλός. Θέλω να το δηλώσω αυτό - όλοι το ξέρουν. Αν κάποιος μπορούσε να με σώσει, θα ήσουν εσύ. Έχω χάσει τα πάντα εκτός από τη σιγουριά της καλοσύνης σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να σου καταστρέφω κι άλλο τη ζωή.
Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι από όσο υπήρξαμε εμείς.
Β.
μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
Virginia Woolf (1882-1941)
Στις 28 Mαρτίου, ρίχτηκε στον ποταμό Ουζ, στο Ρόντμελ
του Σάσσεξ, έχοντας γεμίσει τις τσέπες της με πέτρες.

Links:
Β. Γουλφ
Η Β. Γουλφ στην Ελλάδα
Ορλάντο
Δοκίμια
Έχω τη βεβαιότητα πως παραφρονώ ξανά. Νιώθω ότι δεν μπορούμε να υπομείνουμε κι άλλες από αυτές τις δεινές ώρες. Και δεν θα γιατρευτώ αυτή τη φορά. Αρχίζω να ακούω φωνές, και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Έτσι, κάνω αυτό που μου φαίνεται πως είναι το καλύτερο. Μού 'δωσες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν με κάθε τρόπο όλα αυτά που θα μπορούσε να είναι κανείς. Δεν πίστευα ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι, μέχρι που ήρθε αυτή η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την παλέψω κι άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου, πως χωρίς εμένα θα μπορούσες να εργασθείς. Και θα το κάνεις, το ξέρω. Βλέπεις ούτε κι αυτό το γράμμα δεν μπορώ να γράψω σωστά. Δεν μπορώ να διαβάσω. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σου οφείλω όλη την ευτυχία της ζωής μου. Υπήρξες άκρως υπομονετικός μαζί μου και απίστευτα καλός. Θέλω να το δηλώσω αυτό - όλοι το ξέρουν. Αν κάποιος μπορούσε να με σώσει, θα ήσουν εσύ. Έχω χάσει τα πάντα εκτός από τη σιγουριά της καλοσύνης σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να σου καταστρέφω κι άλλο τη ζωή.
Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι από όσο υπήρξαμε εμείς.
Β.
μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
Virginia Woolf (1882-1941)
Στις 28 Mαρτίου, ρίχτηκε στον ποταμό Ουζ, στο Ρόντμελ
του Σάσσεξ, έχοντας γεμίσει τις τσέπες της με πέτρες.

Links:
Β. Γουλφ
Η Β. Γουλφ στην Ελλάδα
Ορλάντο
Δοκίμια
Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008
25 ~ Λεύκιος Ανναίος Σενέκας: Καλημέρα, καληνύχτα, αυτή είναι η ζωή
Η ζωή μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους. Στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Από αυτές εκείνη που ζούμε τώρα έχει κιόλας φύγει, εκείνη που θα ζήσουμε επαφίεται στο τυχαίο και η μόνη σίγουρη είναι, εκείνη που έχουμε ζήσει.

Η αλήθεια είναι πως κανένας δεν μπορεί να βάλει στη θέση τους τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω τη ζωή σου. Η ηλικία σου θ’ ακολουθήσει τη ροή της όπως ακριβώς ξεκίνησε, χωρίς επιστροφή, ούτε στάση, αθόρυβα και χωρίς τίποτα να μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητα της.

Το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος της ζωής τους το καταλαβαίνουν όλοι. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι, για να δείξουν τη μεγάλη αγάπη τους σε κάποιους άλλους, δε διστάζουν να τους προσφέρουν ένα κομμάτι της ζωής τους.

Παρατηρώ έκπληκτος τους ανθρώπους να διαθέτουν με ευκολία και απερισκεψία το χρόνο τους σε κάποιους άλλους, μόνο και μόνο επειδή εκείνοι τους ζήτησαν να τους αφιερώσουν λίγη ώρα. Το ωραίο είναι πως ενώ και οι μεν και οι δε διόλου δεν παραλείπουν να εξετάσουν το λόγο για τον οποίο ζητήθηκε αυτός ο χρόνος, κανένας τους δεν εξετάζει το πόσος είναι. Σαν να μην είχε καμιά αξία ούτε και για αυτόν που τον διέθετε. Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα επειδή ξεγελιόμαστε από το ότι ο χρόνος δεν είναι υλικό αγαθό, μιας και δεν μπορούμε να τον βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας, και έτσι θεωρούμε ότι έχει ευτελή αξία, και ότι διατίθεται δωρεάν.

Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωή μας. Εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη με την απληστία μας. Ό,τι ακριβώς θα συνέβαινε αν πλούτη βασιλικά τύχαινε να πέσουν σε κακό διαχειριστή. Θα σπαταλιόνταν στο λεπτό. Ενώ, αν πλούτη πολύ λιγότερα, τα είχε πάρει στα χέρια του καλός διαχειριστής θα αβγάτιζαν. Το ίδιο γίνεται και με τα χρόνια της ζωής μας. Αν ξέρει κανείς να τα διαχειριστεί καλά, μπορεί να πετύχει πολλά και σπουδαία πράγματα.

Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου όχι μόνο εν αγνοία σου, αλλά και χωρίς καν να πάρεις είδηση την απώλεια, τι ήταν εκείνο που μια μάταιη λύπη, μια ανόητη χαρά, ένα πάθος, μια συζήτηση γεμάτη κολακείες μπόρεσαν να σου κλέψουν, πόσο φαντάζει μικρό με την πάροδο του χρόνου το λίγο καλό που απέμεινε από όλα αυτά, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα.

Δεν υπάρχει τίποτα που ν’ απασχολεί τον άνθρωπο λιγότερο από το να μάθει την τέχνη του ζην, όπως επίσης και δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να μάθει. Για τις άλλες τέχνες υπάρχουν παντού ένα σωρό δάσκαλοι. Μερικοί μάλιστα από αυτούς έχουν διαπρέψει από τόσο νωρίς, ώστε κατάφεραν να εξελιχθούν σε δασκάλους της από πολύ μικρά ηλικία. Χρειάζεται όμως ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πως να τα ζούμε και, το πιο περίεργο από όλα, χρειάζεται ολόκληρη τι ζωή μας για να μάθουμε πως να πεθαίνουμε.

Η αλήθεια είναι πως κανένας δεν μπορεί να βάλει στη θέση τους τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω τη ζωή σου. Η ηλικία σου θ’ ακολουθήσει τη ροή της όπως ακριβώς ξεκίνησε, χωρίς επιστροφή, ούτε στάση, αθόρυβα και χωρίς τίποτα να μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητα της.

Το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος της ζωής τους το καταλαβαίνουν όλοι. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι, για να δείξουν τη μεγάλη αγάπη τους σε κάποιους άλλους, δε διστάζουν να τους προσφέρουν ένα κομμάτι της ζωής τους.

Παρατηρώ έκπληκτος τους ανθρώπους να διαθέτουν με ευκολία και απερισκεψία το χρόνο τους σε κάποιους άλλους, μόνο και μόνο επειδή εκείνοι τους ζήτησαν να τους αφιερώσουν λίγη ώρα. Το ωραίο είναι πως ενώ και οι μεν και οι δε διόλου δεν παραλείπουν να εξετάσουν το λόγο για τον οποίο ζητήθηκε αυτός ο χρόνος, κανένας τους δεν εξετάζει το πόσος είναι. Σαν να μην είχε καμιά αξία ούτε και για αυτόν που τον διέθετε. Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα επειδή ξεγελιόμαστε από το ότι ο χρόνος δεν είναι υλικό αγαθό, μιας και δεν μπορούμε να τον βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας, και έτσι θεωρούμε ότι έχει ευτελή αξία, και ότι διατίθεται δωρεάν.

Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωή μας. Εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη με την απληστία μας. Ό,τι ακριβώς θα συνέβαινε αν πλούτη βασιλικά τύχαινε να πέσουν σε κακό διαχειριστή. Θα σπαταλιόνταν στο λεπτό. Ενώ, αν πλούτη πολύ λιγότερα, τα είχε πάρει στα χέρια του καλός διαχειριστής θα αβγάτιζαν. Το ίδιο γίνεται και με τα χρόνια της ζωής μας. Αν ξέρει κανείς να τα διαχειριστεί καλά, μπορεί να πετύχει πολλά και σπουδαία πράγματα.

Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου όχι μόνο εν αγνοία σου, αλλά και χωρίς καν να πάρεις είδηση την απώλεια, τι ήταν εκείνο που μια μάταιη λύπη, μια ανόητη χαρά, ένα πάθος, μια συζήτηση γεμάτη κολακείες μπόρεσαν να σου κλέψουν, πόσο φαντάζει μικρό με την πάροδο του χρόνου το λίγο καλό που απέμεινε από όλα αυτά, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα.

Δεν υπάρχει τίποτα που ν’ απασχολεί τον άνθρωπο λιγότερο από το να μάθει την τέχνη του ζην, όπως επίσης και δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να μάθει. Για τις άλλες τέχνες υπάρχουν παντού ένα σωρό δάσκαλοι. Μερικοί μάλιστα από αυτούς έχουν διαπρέψει από τόσο νωρίς, ώστε κατάφεραν να εξελιχθούν σε δασκάλους της από πολύ μικρά ηλικία. Χρειάζεται όμως ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πως να τα ζούμε και, το πιο περίεργο από όλα, χρειάζεται ολόκληρη τι ζωή μας για να μάθουμε πως να πεθαίνουμε.
μτφ: Κάτια Χαρικιοπούλου
από το βιβλίο Είναι μικρή η ζωή, εκδ. Περίπλους, 2000

= Όπως είναι ένα παραμύθι, έτσι είναι και η ζωή: όχι πόσο διαρκεί αλλά πόσο καλό είναι, αυτό έχει σημασία.
= Ο θάνατος είναι η επιθυμία μερικών, η ανακούφιση πολλών και το τέλος όλων.
= Παντού είναι πουθενά. Όταν κάποιος ξοδεύει όλο το χρόνο του ταξιδεύοντας, καταλήγει να έχει πολλούς γνωστούς αλλά κανέναν φίλο.
= Αν δεν ξέρεις ποιο λιμάνι ψάχνεις, κανένας άνεμος δεν είναι ο σωστός.
-(απόδ. Ι.Μ-Σ.)-

= Όπως είναι ένα παραμύθι, έτσι είναι και η ζωή: όχι πόσο διαρκεί αλλά πόσο καλό είναι, αυτό έχει σημασία.
= Ο θάνατος είναι η επιθυμία μερικών, η ανακούφιση πολλών και το τέλος όλων.
= Παντού είναι πουθενά. Όταν κάποιος ξοδεύει όλο το χρόνο του ταξιδεύοντας, καταλήγει να έχει πολλούς γνωστούς αλλά κανέναν φίλο.
= Αν δεν ξέρεις ποιο λιμάνι ψάχνεις, κανένας άνεμος δεν είναι ο σωστός.
-(απόδ. Ι.Μ-Σ.)-
Lucius Anneus Seneca (περίπου* 4 π.Χ.–65 μ.Χ)
Κόβοντας τις φλέβες του μετά από διαταγή του Νέρωνα

-* οι γνώμες περί της ακριβούς χρονολογίας διχάζονται-
Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008
24 ~ Aλέξης Τραϊανός: Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας
Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών
Κι όλ' αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο

Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών
Κι όλ' αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ' ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να 'ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να 'ναι επάνω τους
Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα
Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα
Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

Παραδοχή εποχής
Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κοχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα της παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου
Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα
από το Εντευκτήριο - τ.51, Ιούλ.2000

Παρουσία
Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να 'μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ' ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ' ομορφιά σ' άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ' το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

Μιλούσε όλο για μια γυναίκα...
Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
Χαμένη μέσα σ' απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
Με παγωμένους υαλοπίνακες
Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
"Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
Να 'χει ένα τόσο κοινό όνομα
Τι σημασία"
Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
Χωνεύονται γίνονται μνήμη
Και ίσκιοι μες στη μνήμη
Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
"Προσπάθησε να δεις
Προσπάθησε επί τέλους
Κοίταξε όρισε προσδιόρισε"
"Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
Αυτό το κενό - η ζωή μας"
από το Εντευκτήριο - τ.63, Δεκ. 2003

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ' τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα
(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

"Φυσικά, δουλειά του ποιητή, του καλλιτέχνη, είναι να συμφιλιώνει το υποκείμενο με το αντικείμενο. Εδώ όμως βρίσκεται η δυσκολία και το αδιέξοδο, ύστερα απ' την έλευση και τη συνειδητοποίηση του μηδενός. Πώς να μιλήσεις για το μηδέν, τό κενό, το τίποτα; Οι λέξεις -το όργανο- του ποιητή έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα, όσο κανένα άλλο μέσον τέχνης, από άσχετες ιστορικές επιχώσεις εννοιών..."
Αλέξης Τραϊανός (1944-1980)
Ζω κλεισμένος σ' ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να 'ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να 'ναι επάνω τους
Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα
Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα
Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

Παραδοχή εποχής
Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κοχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα της παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου
Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα
από το Εντευκτήριο - τ.51, Ιούλ.2000

Παρουσία
Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να 'μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ' ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ' ομορφιά σ' άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ' το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

Μιλούσε όλο για μια γυναίκα...
Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
Χαμένη μέσα σ' απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
Με παγωμένους υαλοπίνακες
Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
"Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
Να 'χει ένα τόσο κοινό όνομα
Τι σημασία"
Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
Χωνεύονται γίνονται μνήμη
Και ίσκιοι μες στη μνήμη
Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
"Προσπάθησε να δεις
Προσπάθησε επί τέλους
Κοίταξε όρισε προσδιόρισε"
"Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
Αυτό το κενό - η ζωή μας"
από το Εντευκτήριο - τ.63, Δεκ. 2003

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ' τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα
(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)
Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα
Εκδ. Πλέθρον, 1991

"Φυσικά, δουλειά του ποιητή, του καλλιτέχνη, είναι να συμφιλιώνει το υποκείμενο με το αντικείμενο. Εδώ όμως βρίσκεται η δυσκολία και το αδιέξοδο, ύστερα απ' την έλευση και τη συνειδητοποίηση του μηδενός. Πώς να μιλήσεις για το μηδέν, τό κενό, το τίποτα; Οι λέξεις -το όργανο- του ποιητή έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα, όσο κανένα άλλο μέσον τέχνης, από άσχετες ιστορικές επιχώσεις εννοιών..."
Αλέξης Τραϊανός (1944-1980)
Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008
23 ~ Γιούκιο Μίσιμα: ο θάνατος, το υπέρτατο κίνητρο των σαμουράι
...ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο ακριβώς με την επικέντρωση στη ζωή. Όταν κάνουμε τη δουλειά μας σκεφτόμενοι ότι μπορεί να πεθάνουμε την επόμενη στιγμή, δεν μπορεί παρά να τη δούμε να πλημμυρίζει ξαφνικά από νόημα και ζωή.

Σήμερα απλώς δεν θέλουμε να μιλάμε για το θάνατο. Δεν θέλουμε να αντλήσουμε απ' αυτόν τα ωφέλιμα στοιχεία του και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Προσπαθούμε συνεχώς να κατευθύνουμε το βλέμμα μας προς ένα φωτεινό ορόσημο, την εξωτερική επιφάνεια, τη ζωή' και αγωνιζόμαστε μη μας ξεφύγει κάτι που να δείχνει τη δύναμη με την οποία ο θάνατος τρώει σιγά σιγά τη ζωή μας. Πρόκειται για μια διαδικασία με την οποία ο εκλογικευμένος ανθρωπισμός μας, ενώ επιτελεί αδιάκοπα το έργο του στρέφοντας τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λαμπρότητα της ελευθερίας και της προόδου, σπρώχνει ταυτόχρονα το ζήτημα του θανάτου από το επίπεδο της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο υποσυνείδητο, μετατρέποντάς το έτσι σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη, εκρηκτική, εσωστρεφή παρόρμηση. Αγνοούμε ότι το να επαναφέρουμε το θάνατο στο επίπεδο της συνείδησης αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διανοητικής υγείας.

Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι.

Είτε συλλογιστούμε τον φυσικό θάνατο είτε, από την άλλη, όπως κάνει το Χαγκακούρε, το θάνατο στη μάχη ή ακόμα και την αυτοκτονία - ως την κατάλληλη ολοκλήρωση της πορείας ενός ανθρώπου προς την τελείωση - μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι προορισμένος για άνθρωπος της πράξης, δεν αλλάζει ούτε αλαφραίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον φυσικό νόμο που λέει ότι όλα τα ανθρώπινα όντα υφίστανται το πέρασμα του χρόνου. "Ένα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως το θάνατο".

Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν...
Yukio Mishima (1925–1970)
Στις 25 Νοεμβρίου με "σεπούκου" * (χαρακίρι), στο
Υπουργείο Εθνικής Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας,
διαμαρτυρόμενος για τον "εθνικό εκφυλισμό" της
χώρας του.

Τα τέσσερα πρώτα κείμενα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο
του Yukio Mishima Η ηθική των σαμουράι στο σύγχρονη Ιαπωνία
(εκδ. Ερατώ, 1993), σε μετάφραση του Γιώργου Βλάχου
* σεπούκου: τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας στην ιαπωνική
πάράδοση: καρφώνεις ένα σπαθί στην κοιλιά και στη συνέχεια
σε αποκεφαλίζει ο καλύτερός σου φίλος-
-η πρωτότυπη φωτογραφία είναι από το flickr.com
Links:
ο Γιούκιο Μισίμα, στην Ελλάδα
Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας
Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατος του

Σήμερα απλώς δεν θέλουμε να μιλάμε για το θάνατο. Δεν θέλουμε να αντλήσουμε απ' αυτόν τα ωφέλιμα στοιχεία του και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Προσπαθούμε συνεχώς να κατευθύνουμε το βλέμμα μας προς ένα φωτεινό ορόσημο, την εξωτερική επιφάνεια, τη ζωή' και αγωνιζόμαστε μη μας ξεφύγει κάτι που να δείχνει τη δύναμη με την οποία ο θάνατος τρώει σιγά σιγά τη ζωή μας. Πρόκειται για μια διαδικασία με την οποία ο εκλογικευμένος ανθρωπισμός μας, ενώ επιτελεί αδιάκοπα το έργο του στρέφοντας τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λαμπρότητα της ελευθερίας και της προόδου, σπρώχνει ταυτόχρονα το ζήτημα του θανάτου από το επίπεδο της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο υποσυνείδητο, μετατρέποντάς το έτσι σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη, εκρηκτική, εσωστρεφή παρόρμηση. Αγνοούμε ότι το να επαναφέρουμε το θάνατο στο επίπεδο της συνείδησης αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διανοητικής υγείας.

Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι.

Είτε συλλογιστούμε τον φυσικό θάνατο είτε, από την άλλη, όπως κάνει το Χαγκακούρε, το θάνατο στη μάχη ή ακόμα και την αυτοκτονία - ως την κατάλληλη ολοκλήρωση της πορείας ενός ανθρώπου προς την τελείωση - μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι προορισμένος για άνθρωπος της πράξης, δεν αλλάζει ούτε αλαφραίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον φυσικό νόμο που λέει ότι όλα τα ανθρώπινα όντα υφίστανται το πέρασμα του χρόνου. "Ένα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως το θάνατο".

Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν...
Yukio Mishima (1925–1970)
Στις 25 Νοεμβρίου με "σεπούκου" * (χαρακίρι), στο
Υπουργείο Εθνικής Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας,
διαμαρτυρόμενος για τον "εθνικό εκφυλισμό" της
χώρας του.

Τα τέσσερα πρώτα κείμενα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο
του Yukio Mishima Η ηθική των σαμουράι στο σύγχρονη Ιαπωνία
(εκδ. Ερατώ, 1993), σε μετάφραση του Γιώργου Βλάχου
* σεπούκου: τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας στην ιαπωνική
πάράδοση: καρφώνεις ένα σπαθί στην κοιλιά και στη συνέχεια
σε αποκεφαλίζει ο καλύτερός σου φίλος-
-η πρωτότυπη φωτογραφία είναι από το flickr.com
Links:
ο Γιούκιο Μισίμα, στην Ελλάδα
Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας
Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατος του
Κυριακή, 09 Νοεμβρίου 2008
22 ~ Χαρτ Κρέην: Goodbye, everybody!
H γέφυρα του Μπρούκλυν
Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.
Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.
Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.
Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!
...
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
εκδ. Ηριδανός, 2007

Επεισόδιο χεριών
Το απρόσμενο ενδιαφέρον τον έκανε να κοκκινίσει.
Ξαφνικά φάνηκε να ξεχνά τον πόνο -
συγκατατέθηκε - και πρότεινε
ένα από τα δάχτυλα.
Το βαθύ κόψιμο αιμορραγούσε και μια αχτίδα ήλιου
που παιχνίδιζε ανάμεσα στους τροχούς,
έπεσε ελαφρά, ζεστά, πάνω στην πληγή.
Και καθώς τα δάχτυλα του γιου του αφεντικού
- που ήξεραν να πιάνουν βιβλία και ρακέτες
τόσο καλά όσο το σίδερο και το δέρμα -
καθώς τα όμορφα, λεπτά δάχτυλα τύλιξαν τη γάζα
γύρω από την επιφάνεια του τραύματος,
τα ίδια του τα χέρια του φάνηκαν
σαν φτερά πεταλούδας που τρεμόπαιζαν
στο φως του ήλιου σε καλοκαιρινά χωράφια.
Οι τόσοι ρόζοι και οι χαρακιές στο πλατύ, βαθύ χέρι
-που βρισκόταν μέσα στο χέρι εκείνου - φάνταζαν όμορφοι.
Ήταν σαν σημάδια παιχνιδιού άγριων πόνυ,
χλωροί, πράσινοι θάμνοι στη σκληρή τύρφη.
Και οι ήχοι και οι σκέψεις του εργοστασίου
σαρώθηκαν από εκείνο το πιο μακρύ, ήρεμο χέρι
που φώλιαζε μέσα στο δικό του με τον ήλιο επάνω του.
Και καθώς ο κόμπος του επιδέσμου σφίχτηκε
οι δυο άντρες χαμογέλασαν κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια.
μτφ: Ρήγας Κούπα
Η έλξη των Ομωνύμων
εκδ. Οδυσσέας, 2005

Αλά Τσάπλιν
Θα πάρουμε ήρεμοι τα μέτρα μας
Ευχαριστημένοι με τις τόσο τυχαίες παρηγόριες
Καθώς ο άνεμος αφήνεται
Σε ολισθηρές και τόσο ευρύχωρες εσοχές.
Γιατί μπορούμε ακόμη τον κόσμο ν' αγαπούμε, εμείς που
Έναν μικρό λιμασμένο γάτο βρίσκουμε στο σκαλί, κι έχouμε
Κάποια κρυφή γωνιά γι' αυτόν πέρα απ' των δρόμων τη μανία,
Ή μια κρυψώνα σε κάποιου κουρελή την αγκαλιά.
...
Από μια άποψη οι κηδείες μας δεν είναι τολμηρότητα.
Μπορούμε να σας απoφύγoυμε, όπως τα πάντα εκτός απ' την καρδιά:
Τι μας δικάζει αν συνεχίζει η καρδιά να ζει.
...
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
εκδ. Ηριδανός, 2007
Harold Hart Crane (1899–1932)
Στις 27 Απριλίου, λίγο πριν το μεσημέρι
πέφτοντας από το ατμόπλοιο Orizaba,
στον κόλπο του Μεξικού.

-φωτογραφία: shahrgone.com-
Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.
Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.
Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.
Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!
...
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
εκδ. Ηριδανός, 2007

Επεισόδιο χεριών
Το απρόσμενο ενδιαφέρον τον έκανε να κοκκινίσει.
Ξαφνικά φάνηκε να ξεχνά τον πόνο -
συγκατατέθηκε - και πρότεινε
ένα από τα δάχτυλα.
Το βαθύ κόψιμο αιμορραγούσε και μια αχτίδα ήλιου
που παιχνίδιζε ανάμεσα στους τροχούς,
έπεσε ελαφρά, ζεστά, πάνω στην πληγή.
Και καθώς τα δάχτυλα του γιου του αφεντικού
- που ήξεραν να πιάνουν βιβλία και ρακέτες
τόσο καλά όσο το σίδερο και το δέρμα -
καθώς τα όμορφα, λεπτά δάχτυλα τύλιξαν τη γάζα
γύρω από την επιφάνεια του τραύματος,
τα ίδια του τα χέρια του φάνηκαν
σαν φτερά πεταλούδας που τρεμόπαιζαν
στο φως του ήλιου σε καλοκαιρινά χωράφια.
Οι τόσοι ρόζοι και οι χαρακιές στο πλατύ, βαθύ χέρι
-που βρισκόταν μέσα στο χέρι εκείνου - φάνταζαν όμορφοι.
Ήταν σαν σημάδια παιχνιδιού άγριων πόνυ,
χλωροί, πράσινοι θάμνοι στη σκληρή τύρφη.
Και οι ήχοι και οι σκέψεις του εργοστασίου
σαρώθηκαν από εκείνο το πιο μακρύ, ήρεμο χέρι
που φώλιαζε μέσα στο δικό του με τον ήλιο επάνω του.
Και καθώς ο κόμπος του επιδέσμου σφίχτηκε
οι δυο άντρες χαμογέλασαν κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια.
μτφ: Ρήγας Κούπα
Η έλξη των Ομωνύμων
εκδ. Οδυσσέας, 2005

Αλά Τσάπλιν
Θα πάρουμε ήρεμοι τα μέτρα μας
Ευχαριστημένοι με τις τόσο τυχαίες παρηγόριες
Καθώς ο άνεμος αφήνεται
Σε ολισθηρές και τόσο ευρύχωρες εσοχές.
Γιατί μπορούμε ακόμη τον κόσμο ν' αγαπούμε, εμείς που
Έναν μικρό λιμασμένο γάτο βρίσκουμε στο σκαλί, κι έχouμε
Κάποια κρυφή γωνιά γι' αυτόν πέρα απ' των δρόμων τη μανία,
Ή μια κρυψώνα σε κάποιου κουρελή την αγκαλιά.
...
Από μια άποψη οι κηδείες μας δεν είναι τολμηρότητα.
Μπορούμε να σας απoφύγoυμε, όπως τα πάντα εκτός απ' την καρδιά:
Τι μας δικάζει αν συνεχίζει η καρδιά να ζει.
...
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
εκδ. Ηριδανός, 2007
Harold Hart Crane (1899–1932)
Στις 27 Απριλίου, λίγο πριν το μεσημέρι
πέφτοντας από το ατμόπλοιο Orizaba,
στον κόλπο του Μεξικού.

-φωτογραφία: shahrgone.com-
