χωρίς άλλη αναβολή

Παρασκευή, 05 Φεβρουαρίου 2010

38 ~ Ζεράρ ντε Νερβάλ: κάθοδος στην κόλαση

El Desdichado

Εγώ είμαι ο σκοτεινός, ο χήρος, ο απαρήγορος
ο δίχως πύργο πρίγκιψ της Ακουιτανίας.
Το μόνο αστέρι μου νεκρό, και στο έναστρο λαγούτο μου
προβάλλει ο μαύρος ήλιος της Μελαγχολίας.

Στον τάφο εσύ, παρηγοριά μου, το Παυσίλυπο
φέρε μου πάλι και της Ιταλίας το κύμα,
το άνθος που τόσο με ηρεμούσε εμέ περίλυπο,
τη δράνα όπου το ρόδο σμίγει με το κλήμα.

Είμαι Έρως; Φοίβος; Λουζινιάν; Μπιρόν;
Απ' το φιλί της ρήγισσας ακόμη είναι ερυθρό το μέτωπο μου.
Μες στη σπηλιά που κολυμπά η Σειρήνα έxω ονειρευθεί

και δυο φορές θριαμβευτής πέρασα τον Αχέροντα,
τονίζοντας στην ορφική μου λύρα τους καημούς
κάποιας αγίας και μιας νεράιδας τους λυγμούς.

μτφ: Παναγιώτης Μουλλάς
-ποιητική, τεύχος τέταρτο-


Η μαύρη κηλίδα

Όποιος τον ήλιο έκοίταξε μ' επιμονή πολλή,
τα μάτια χαμηλώνοντας θα του φανεί θολή,
μαύρη κηλίδα γύρω του ν' άργοπεταλουδίζει.

Έτσι κι εγώ θρασύς πολύ κάποτε νεαρός,
τα μάτια πήγα κι έστησα στον ήλιο τολμηρός:
Στίγμα από τότε απόμεινε το φως μου να μαυρίζει.

Και μέxρι τώρα, σύμμιγμα θαρρείς σκοταδερό,
όπου το μάτι μου σταθεί μαζί του εγώ θωρώ
θέση να παίρνει δίπλα του το στίγμα, να μ' ορίζει!

Πώς; Πάντα; Ναι, χωρίζοντας κάθε χαρά από έμέ!
Γιατί ένας μόνος — ο αητός — από τα υψη, ώιμέ,
τον Ήλιον ατιμώρητος, τη Δόξαν ατενίζει.

μτφ: Αλέξανδρος Μπάρας
-Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση. εκδ. Πρόσπερος, 1986-

Από την Αυρηλία
εκδ. Αιγόκερως, 2000
μτφ: Βαγγέλης Κάσσος

Σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένας θεατής κι ένας ηθοποιός, εκείνος που μιλά και εκείνος που απαντά. Οι Ανατολίτες είδαν εκεί δυο εχθρούς: το καλό και το κακό πνεύμα. «Είμαι το καλό; Είμαι το κακό;» έλεγα μέσα μου. «Σε κάθε περίπτωση, το άλλο μου είναι εχθρικό... Ποιος ξέρει αν δεν υπάρχει εκείνη η περίσταση ή εκείνη η ηλικία που αυτά τα δυο πνεύματα χωρίζουν; Προσκολλημένα στο ίδιο σώμα και τα δύο, από μια υλική συγγένεια είναι ίσως το ένα ταμένο στη δόξα και την ευτυχία, το άλλο στην εκμηδένιση ή στην αιώνια οδύνη;»
*
Το όνειρο είναι μια δεύτερη ζωή. Δεν μπόρεσα να περάσω, χωρίς να τρομάξω, αυτές τις πόρτες από ελεφαντόδοντο ή από κόκαλο που μας χωρίζουν απ' τον αόρατο κόσμο. Οι πρώτες στιγμές του ύπνου είναι η εικόνα του θανάτου' ένα απροσδιόριστο μούδιασμα κυριεύει τη σκέψη μας και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την ακριβή στιγμή που το εγώ, με άλλη μορφή, συνεxίζει το έργο της ύπαρξης. Είναι ένας άδειος υπόγειος δρόμος που φωτίζεται λίγο λίγο και όπου βγαίνουν από τη σκιά και τη νύχτα οι χλομές μορφές, οι αυστηρά ακίνητες, που κατοικούν στον τόπο διαμονής των ψυχών των δικαίων πριν από τη λύτρωση.
*
Μπήκα σε μια πελώρια σάλα, όπου ήταν μαζεμένοι πολλοί άνθρωποι. Αναγνώριζα παντού γνωστές φυσιογνωμίες. Τα χαρακτηριστικά πεθαμένων συγγενών που τους είχα κλάψει βρίσκονταν ανατυπωμένα σε άλλους που, ντυμένοι με πιο αρχαίες φορεσιές, μου έκαναν την ίδια πατρική υποδοχή. Φαίνονταν σαν να είχαν μαζευτεί για ένα οικογενειακό συμπόσιο. Ένας απ' αυτούς τους συγγενείς ήλθε προς το μέρος μου και μ' αγκάλιασε τρυφερά. Φορούσε μια αρχαία ενδυμασία που τα χρώματα της φαίνονταν ξεθωριασμένα και η xαμογελαστή φυσιογνωμία του, κάτω απ' τα σκονισμένα μαλλιά του, είχε κάποια ομοιότητα με τη δική μου. Μου φαινόταν περισσότερο ζωντανός από τους άλλους και, που λέει ο λόγος, έχοντας μεγαλύτερη θεληματική σχέση με το πνεύμα μου. Ήταν ο θείος μου. Με κάθισε δίπλα του κι ένα είδος επικοινωνίας άρχισε μεταξύ μας' γιατί δεν μπορώ να πω ότι άκουγα τη φωνή του' μονάχα που, καθώς η σκέψη μου πήγαινε σ' ένα σημείο, μου δινόταν αμέσως γι' αυτό η εξήγηση και οι εικόνες συγκεκριμενοποιούνταν μπρος στα μάτια μου σαν έμψυχες ζωγραφιές.
Ώστε λοιπόν είναι αλήθεια! έλεγα εκστασιασμένος' είμαστε αθάνατοι και διατηρούμε εδώ τις εικόνες του κόσμου που κατοικήσαμε. Τι ευτυχία να σκέφτεται ότι όλα όσα αγαπήσαμε θα υπάρχουν πάντοτε γύρω μας!...
Ήμουν πολύ κουρασμένος απ' τη ζωή!
Μη βιάζεσαι να χαρείς, είπε, γιατί ανήκεις ακόμη στον επάνω κόσμο και έχεις να υποφέρεις σκληρά χρόνια δοκιμασιών. Η διαμονή που σε γοητεύει έχει και η ίδια τους πόνους της, τους αγώνες της και τους κινδύνους της. Η γη όπου ζήσαμε είναι πάντοτε το θέατρο όπου δένονται και λύνονται οι ψυχές μας: είμαστε οι λάμψεις της κεντρικής φωτιάς που το ζωογονεί και που ήδη αδυνάτισε...
Τι λοιπόν! είπα. Η γη θα μπορούσε να πεθάνει και να μας κατακλύσει το μηδέν;
- Το μηδέν, είπε, δεν υπάρχει με την έννοια που το εννοούμε' αλλά η ίδια η γη είναι ένα υλικό σώμα που η ψυχή του είναι το σύνολο των πνευμάτων. Η ύλη δεν μπορεί να καταστραφεί περισσότερο από το πνεύμα, αλλά μπορεί να τροποποιηθεί ανάλογα με το καλό και ανάλογα με το κακό. Το παρελθόν μας και το μέλλον μας είναι αλληλέγγυα. Ζούμε με τη φυλή μας και η φυλή μας ζει με μας.
*
Το συναίσθημα που γεννήθηκε μέσα μου απ' αυτά τα οράματα και από τις σκέψεις, που αυτά μου έφερναν τις ώρες της μοναξιάς μου ήταν τόσο θλιβερό που ένιωθα σαν χαμένος. Όλες τις πράξεις της ζωής μου τις έβλεπα κάτω από την πιο δυσάρεστη πλευρά τους και στο είδος του συνειδησιακού ελέγχου που παραδινόμουν, η μνήμη μου παρουσίαζε τα πιο παλιά γεγονότα με μια παράξενη καθαρότητα. Δεν ξέρω ποια ψευτοντροπή μ' εμπόδισε να παρουσιαστώ στο εξομολογητήριο' ίσως ο φόβος του να εμπλακώ μέσα οτα δόγματα και στις πρακτικές εφαρμογές μιας επίφοβης θρησκείας, που ενάντια σε μερικές απόψεις της είχα διατηρήσει φιλοσοφικές προκαταλήψεις.
*
Τα οράματα που είχαν επακολουθήσει στον ύπνο μου με είχαν ρίξει σε μια τέτοια απελπισία, που δεν μπορούσα σχεδόν να μιλήσω' ο κύκλος των φίλων μου δεν μου ενέπνεε παρά μια αβέβαιη διασκέδαση' το πνεύμα μου, απασχολημένο ολοκληρωτικά απ' αυτές τις ψευδαισθήσεις, αντιστεκόταν στην παραμικρή διαφορετική αντίληψη' δεν μπορούσα να διαβάσω και να καταλάβω δέκα συνεχόμενες γραμμές. Για τα πιο όμορφα πράγματα έλεγα μέσα μου! «Τι μ' ενδιαφέρει! Αυτά δεν υπάρχουν για μένα».
*
Είπα μέσα μου: «Σπατάλησα πολύ άσχημα τη ζωή, αλλά αν οι νεκροί συγχωρούν, ίσως να το κάνουν με τον όρο ότι θα απέχει κανείς για πάντα από το κακό και ότι θα επανορθώσει όλα όσα έχει κάνει. Γίνεται αυτό;... Από αυτή τη στιγμή, ας προσπαθήσουμε να μην κάνουμε κακό και ας ανταποδώσουμε τα ίσα σε ό,τι μπορεί να οφείλουμε». Πρόσφατα είχα αδικήσει ένα πρόσωπο δεν ήταν παρά μια αμέλεια, αλλά, αρxίζοντας, πήγα να ζητήσω συγγνώμη. Η χαρά που πήρα απ' αυτή την επανόρθωση μου έκανε πολύ μεγάλο καλό' είχα ένα κίνητρο για να ζω και να ενεργώ στο εξής, ξανάβρισκα το ενδιαφέρον για τον κόσμο.
*
Οι φροντίδες που είχα δεχτεί με είχαν φέρει πια κοντά στην στοργή της οικογένειάς μου και των φίλων μου και μπορούσα να κρίνω πιο ορθά τον κόσμο των ψευδαισθήσεων όπου είχα ζήσει κάμποσο καιρό. Μολοταύτα, αισθάνομαι ευτυχισμένος για τις πεποιθήσεις που σxημάτισα και συγκρίνω αυτή τη σειρά από δοκιμασίες που πέρασα με ό,τι, για τους αρχαίους, αποτελούσε η ιδέα ενός κατεβάσματος στην κόλαση.

Η αιώνια νύxτα αρxίζει και θα είναι φοβερή. Τι θα συμβεί όταν οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι δεν υπάρxει πια ήλιος;

Gérard de Nerval [Gérard Labrunie] (1808–1855)
Στις 26 Ιανουαρίου, στο Παρίσι, με απαγχονισμό. Χτυπημένος
από τη φτώχεια και μετά από αλλεπάλληλους νευρικούς κλονισμούς
που τον οδήγησαν στην παραφροσύνη, κρεμάστηκε σε μια μεταλ-
λική σχάρα υπονόμου, της οδού de la Vieille-Lanterne, με μία ποδιά,
που, μέσα στην τρέλλα του, νόμιζε ότι ήταν η ζώνη της βασίλισσας
του Σαβά.



(το πορτραίτο είναι από το herodote.net)

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 5.2.10 0 comments

Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

37 ~ Πέγιο Γιάβοροβ: εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι

Μες στης αχλής το γαλάζιο

Στο παράθυρο στέκω, και κοιτάζω
παιδιά, που παίζουν έξω - είναι δικό τους
το πρωί: πρόσωπα ανέγνοια, φωτισμένα απ'
άνοιξη... Πόσα, αχ, άνθη είδα μπροστά μου
να πεθαίνουν; Και στέκω και κοιτάζω
κ' είμαι πλημμυρισμένος αναμνήσεις
κι αθέλητα τα μάτια μου ρωτούνε
μακρυά ως εκεί που καταχνιά 'ναι οι δρόμοι,
τα μονοπάτια... Ποιος έρχεται τάχα
εδώ, — ποιος, δίχως να γυρίση, φεύγει
πίσω από τον ορίζοντα — ασημένιων
αψηλάφητων τοίχων; Μας σταύρωσαν
ζωή και θάνατος, φεύγοντας. Ποιος όμως
τον ένοxο απ' τον δίκαιο θα μπόρεση
να διακρίνη. Παιδιά, για σας φοβούμαι.

Ο ήλιος αποτελειώνει της δικής του
κλήρας τον δρόμο. Πάνω απ' τα γυμνά σας
κεφάλια καίει το μέγα πέταγμά του,
και καίγεται ο ουρανός, συδαυλισμένος
από νέφη, καπνίζοντας. Ω, ξέρω
του ήλιου το κάψιμο καλά, και ξέρω
την καταιγίδα. Διάτρεξα τη μέρα
μου ολόκληρη, κι αδιάκοπα ήμουν ξύπνιος...
Ω, παιδιά, σας κοιτάζω, και με θλίψη
χαμογελώ: θα με κατηγορήση
τάχα κανείς, που ξαποστάζω λίγο;
Καρτερώ, στο παράθυρο, τη μέρα
που θα πέση η κουρτίνα. - Η λάμψη κείνη,
που από κεραυνούς σύντομους γεννιέται,
θα λάμψη στη δική σας μέρα, κ' έξω
των παιγνιδιών σας τις κραυγές, τις δίχως
νόημα, θα ξεκουφαίνη η καταιγίδα. -
Μα εγώ ανονείρευτο ύπνο θα κοιμούμαι.

Κι όταν θα ρθή το βράδι, θα αιστανθήτε
το κρύο μες στα σκισμένα σας τα ρούχα,
και κουρασμένα, αργά, τα μέτωπά σας
θα σκύψετε. Μέσα στις ραγισμένες
ψυxές σας, φλογερές, καθώς μαxαίρια,
που γυρνούν μες στη σάρκα, θα τρυπώσουν
οι θύμησες. Κι αγάλια θα πεθάνη
του βραδιού το επιχρύσωμα όλο επάνω
στις κορφές που απομείναν στ' άφωνά μας
όνειρα. Θα 'χη ρθει η ώρα, τότε, μέσα
στης αχλής το γαλάζιο, που όλοι σβήνουν
οι θόρυβοι και κλαίει η σιωπή, και, δίχως
δύναμη, κάθεστε στα παραθύρια
και θυμάστε, παιδιά, μπορεί και μένα,
μουρμουρίζοντας ένα: Καληνύχτα!

Ο παράξενος

Τον έβλεπα, καμιά φορά, στο ακροθαλάσσι,
που κοίταζε μακρυά, καθώς χαμένος, —
τη θάλασσα κοιτούσε, και κοιτούσε
τον ουρανό, μα δίχως σκέψη. . . Μι' άλλη
φορά, στην εξοχή, τον είδα πάλι
με γερμένο το μέτωπο, γνοιασμένον.
Κ' έτσι, κάθε φορά, τον συναντούσα.
Μόνο ο θεός ξέρει τι γυρεύει εκείνο
το νωθρό, φοβισμένο βλέμμα, εκείνο
το παράξενο και κακό του γέλιο
τι σημαίνει, ζητώντας ν' αποφύγη
κάθε άνθρωπο. Δεν αγαπά τον κόσμο,
που είναι ένα xάος και, σαν από καθήκον,
τον μισούν όλοι κι όλοι φεύγουν μπρος του,
κ' ενώ όλοι τους φυλάγονται από δαύτον,
τρελό ποτέ κανένας δεν τον είπε.
Οι παρειές του βαθούλωσαν, ρυτίδες
αυλάκωσαν βαθιές το μέτωπο του,
που, φανερό 'ναι, χάραξε μια οδύνη
θανάσιμη. Και πάντα μόνος, — αιώνια
μόνος μέσα στον κόσμο' μόνος μέσα
στο θορυβώδες πλήθος: Ποιος ξέρει, ίσως
το βάρος έρωτα τρελού, ή το βάρος
μίσους κακού, παράλογου, ως τον τάφο
να κουβαλή ο φτωxός σ' όλη τη ζωή του.

Το χαλάζι
[....]
Τέλειωσαν όλα. Μια βροντή μονάχα,
η στερνή, ακόμη σέρνεται και σβήνει
κάπου μακρυά, κι ως λύκος σε κοπάδι
ανάμεσα, σκορπά ο άνεμος τα νέφη,
παγωμένος. Και να, προβάλλει πάλιν
ο ήλιος ψηλά, κοιτάζοντας με θλίψη
μι' ανθρώπινη πομπή: γέρους, γυναίκες,
παιδιά, όλο το χωριό, συμμαζωμένο,
να τρέxη κατά τα χωράφια, κι όλοι
ξυπόλυτοι είναι κ' είναι απορεμένοι.
σπρωγμένοι από τη συμφορά, την δίχως
θαράπιο, στα χωράφια που έχουν όλα
λεηλατηθή κ' ερημωθή. Θερίστρα
η καταιγίδα, λυσσασμένη, μήτε
κεχρί ούτε στάρι, σίκαλι ή κριθάρι
δεν άφησε: ώριμα όλα, πράσινα όλα,
τα πάτησε και τα εγείρε, με τ' άνθη
μαζί τόσης ελπίδας διαψευμένης.

Δυο όμορφα μάτια

Δυο όμορφα μάτια. H ψυχή ενός παιδιού 'ναι
σ' αυτά τα μάτια: μουσική κι αχτίδες.
-Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα...
Η ψυχή μου προσεύχεται.
Παιδί μου,
η ψυχή μου προσεύχεται.
Η ντροπή και το πάθος
πάνω τους αύριο θα ρίξουν
τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων.

Τη σκιά των ανθρώπινων παραπτωμάτων
πάνω τους αύριο δε θα ρίξουν
η ντροπή και το πάθος.
Η ψυχή μου προσεύχεται,
παιδί μου.
Η ψυχή μου προσεύχεται...
Δε ζητούν, δεν υπόσχονται μια μοίρα!...
Δυο όμορφα μάτια. Μουσική κι αχτίδες
σ' αυτά τα μάτια. Η ψυxή ενός παιδιού 'ναι.

Από τα "Τραγούδια του Χαϊντούκου"

Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
κ' είδα έναν τάφο μες στα σύδεντρα κρυμμένο,
που φυλλωσιές τον είχαν σκεπασμένο.

Κ' είδα πάνω στον τάφον, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
για τον γενναίο δυο ξύλα που διασταυρωνόταν,
και πάνω στον σταυρό πουλί καθόταν.

Κι ως ξημερώση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί την κακομοίρα
ενού ορφανού την ορφανή τη μοίρα.

Και σα βραδιάση, το πουλί, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
πουλί και πουλοτραγουδεί το που 'xει πάρει
τέλος τ' ορφανό κείνο παλληκάρι.

Ένα όνειρο ονειρεύτηκα, αχ η απόγνωση μου,
νειότη μου φτωχή μου,
όνειρο ονειρεύτηκα, σκοτεινό όνειρό μου,
έναν τάφο, — τον τάφο τον δικό μου!


Пейо Яворов [Peio Yavorov] (1878-1914)
Στις 29 Οκτωβρίου, στη Σόφια με ισχυρή δόση δηλητήριου
και αυτοπυροβολισμό, μετά από προηγούμενη αποτυχημένη
προσπάθεια, που τον είχε αφήσει τυφλό.




- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως"
- εκδ.Δωδώνη, 1971.

* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή,
το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε
.

- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: duma.bg)


από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 4.1.10 0 comments

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

36 ~ Κάριν Μπόγιε: πόνος είναι να νιώθεις το κενό να σε τραβάει και να σου γνέφει

Θέλω να συναντήσω

Οπλισμένη, ορθή, με πανοπλία
προxώρησα μπροστά -
αλλά το προσωπείο ήταν φτιαγμένο από τρόμο
και ντροπή.

Θέλω να ρίξω τα όπλα μου,
ξίφος και ασπίδα.
Όλη η απάνθρωπη κακία
ήταν ο πάγος μου.

Είδα τους σπόρους τους ξερούς
στο τέλος να ξεμυτίζουν.
Είδα το φωτεινό πράσινο
να απλώνεται.

Η αδύναμη ζωή είναι δυνατή
πιο δυνατή κι από το σίδερο
μεσ' από την καρδιά της γης βγαλμένη
και απροστάτευτη.

Χαράζει η άνοιξη στους τόπους του xειμώνα,
εκεί που πάγωνα.
Θέλω να συναντήσω της ζωής τη δύναμη
άοπλη.

μτφ: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

Ναι, πονάει

Ναι, πονάει όταν σκάζουν τα μπουμπούκια.
Αλλιώς γιατί να δίσταζε η άνοιξη;
Αλλιώς γιατί η φλογισμένη επιθυμία μας
να κείτεται σαβανωμένη κάτω από τον πάγο xλωμιασμένη;
Kι όμως ο κάλυκας ήταν μπουμπούκι τον χειμώνα.
Τι είναι αυτό το άγνωστο που αναδύεται και πάει να τιναχτεί;
Nαι, πονάει όταν σκάζουν τα μπουμπούκια,
πονάει γι αυτό που μεγαλώνει
και για το άλλο που κλεισμένο μένει.

Ναι, είναι πόνος πέφτοντας οι στάλες.
Από αγωνία τρέμοντας και κρέμονται βαριά,
γραπώνονται από το κλαδί, φουσκώνοντας, γλιστρούν-
αλλά το βάρος τις τραβάει κι ας είναι γραπωμένες.
Πόνος είναι να στέκεσαι διστακτικός, δειλός και διχασμένος
πόνος είναι να νιώθεις το κενό να σε τραβάει και να σου γνέφει,
κι εσύ να μένεις τρέμοντας μονάχα-
πόνος είναι να επιθυμείς να μείνεις
και μαζί να πέσεις.

Ξάφνου, την πιο κακιά στιγμή, που τίποτα δεν στέργει,
σκάζουν μες σε λαμπρή γιορτή όλα του δέντρου τα μπουμπούκια,
όταν ο φόβος έχει πια καταλυθεί
και αστραποβόλες πέφτουν οι στάλες του κλαδιού,
ξεχνώντας το φόβο του αγνώστου,
του ταξιδιού την αγωνία ξεxνώντας-
για μια στιγμή μονάχα νιώθουν να εμπιστεύονται
παραιτημένες μες στη θαλπωρή
που δημιουργεί τον κόσμο.

μτφ: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

Μετά θάνατον

"Πώς νιώθεις όταν αποκτάς φτερά, όταν πεθάνεις, πες μου μάνα"
"Πρώτα κυρτώνει η πλάτη γίνεται φαρδιά και μεγαλώνει

Μετά όσο πάει βαραίνει. Μοιάζει όπως όταν κουβαλάς ένα βουνό
Ραγίζουν σπάζουν τα πλευρά, οι σπόνδυλοι και το μεδούλι.

Ξάφνου ορθώνεται και μ' ένα τίναγμα όλα τα σηκώνει
Τότε μαθαίνεις ότι είσαι πια νεκρός' πως ζεις με μία μορφή αλλαγμένη"

μτφ: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ


Karin Boye (1900-1941)
Στις 24 Απριλίου με υπνωτικά χάπια, αφού την προηγούμενη μέρα
είχε εγκαταλείψει το σπίτι της. Βρέθηκε σε ένα λόφο στο Άλινγκσας
από διερχόμενο αγρότη. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε και η Margot
Hanel, η σύντροφος των τελευταίων 8 χρόνων της ζωής της.




- Τα ποιήματα είναι από την ανθολογία Σύγχρονη Σουηδική Ποίηση
(με επιμέλεια των ποιημάτων από τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου)
- εκδ. Γνώση, 1994

- Η φωτογραφία είναι από το annebelle.blogg.se


από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 14.12.09 3 comments

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

35 ~ Σάντορ Μαράι: δεν μας αγαπούν με τον τρόπο που προσδοκούμε

Το μυστικό είναι πως δεν υπάρχει ανταμοιβή και πρέπει να αντέχουμε τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία μας όσο πιο καλά μπορούμε, γιατί καμμιά εμπειρία και καμμιά διορατικότητα δεν πρόκειται να διορθώσει τα ελαττώματά μας, την αυτοεκτίμησή μας ή την απληστία μας. Πρέπει να μάθουμε ότι οι επιθυμίες μας δεν βρίσκουν πραγματική απήχηση στον κόσμο. Πρέπει να δεχτούμε ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε δεν μας αγαπούν, ή αν μας αγαπούν, δεν μας αγαπούν με τον τρόπο που προσδοκούμε. Πρέπει να αποδεχθούμε την προδοσία και την απιστία, και, το πιο σκληρό απ' όλα, το ότι κάποιοι είναι καλύτεροι απ' όσο εμείς σε χαρακτήρα ή ευφυΐα. - Εmbers (Στάχτες)

Κάποιες φορές τα γεγονότα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αξιοθρήνητες συνέπειες, διότι η ενοχή δεν κατοικεί στις πράξεις μας αλλά στις προθέσεις που δίνουν αφορμή για τις πράξεις μας. Όλα εξαρτώνται από τις προθέσεις μας. - Εmbers (Στάχτες)

Πιστεύεις πως ό,τι δίνει στον βίο μας νόημα είναι το πάθος που ξαφνικά εισβάλλει στην καρδιά, την ψυχή και το σώμα μας, και καίει μέσα μας για πάντα, χωρίς να έχει σημασία τι άλλο συμβαίνει στη ζωή μας; Και πως αν το έχουμε βιώσει με μεγάλη ένταση, τότε ίσως δεν ζήσαμε μάταια; Eίναι το πάθος τόσο βαθύ και τρομερό και υπέροχο κι άσπλαχνο; Είναι όντως επιθυμία για κάποιο πρόσωπο, ή είναι η επιθυμία για αυτή καθαυτή την επιθυμία; Aυτό είναι το ερώτημα. Ή μήπως είναι πράγματι επιθυμία για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένα και μοναδικό, ανεξαρτήτως εάν αυτό το πρόσωπο είναι καλό ή κακό, και η ένταση των αισθημάτων μας δεν έχει σχέση με τα προσωπικά χαρίσματα και την συμπεριφορά του; - Εmbers (Στάχτες)

Κάνε τη να σε γνωρίσει, Τζάκομο, ώστε ν αντιληφθεί ότι για κείνη δεν υπάρχει άλλη ζωή απ' αυτή που της όρισε η μοίρα, ότι εσύ είσαι η περιπέτεια κι ότι για κείνη δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να ζήσει μαζί σου, γιατί εσύ είσαι η νύχτα, η θύελλα κι η πανούκλα που πετάνε πάνω από τα τοπία της ζωής... Θέλω μέσα σε λίγες ώρες ν' αποκαλύψεις στην κόμισσα το μυστικό της προσωπικότητάς σου, κι αυτό το μυστικό θέλω να γίνει ώς αύριο το πρωί μι' ανάμνηση μονάχα, που δεν θα βασανίζει και δεν θα προκαλεί πόνο. Να είσαι καλός μαζί της, να είσαι όμως και σκληρός κι ανελέητος όπως πραγματικά είσαι, παρηγόρησέ τη και πλήγωσέ τη όπως θα έκανες αν είχες πολύν καιρό στη διάθεσή του, φρόντισε να ωριμάσει σε μια νύχτα ό,τι μπορεί να ωριμάσει ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα πλάσματα και ολοκλήρωσε όλ' αυτά που έτσι κι αλλιώς ήταν προορισμένα να τελειώσουν μια μέρα. Κι έπειτα στείλ' τη πάλι σ εμένα, γιατί εγώ την αγαπώ...

μτφ: Μάρα Ευθυμίου
από το βιβλίο Η παράσταση στο Μπολτσάνο
εκδ. Ωκεανίδα, 2002


Κάποτε ονειρεύτηκα ότι στεκόμουν σε μια εξέδρα σε κάποια αίθουσα κατάμεστη από ανθρώπους. Φορούσα μια ρεντιγκότα και κρατούσα στο χέρι μου ένα ψηλό καπέλο και ένα μαγικό ραβδί. Ζήτησα από το εξέχον κοινό την ευγενική προσοχή του, ύψωσα το μαγικό ραβδί και με ένα και μόνο κτύπημα έκοψα το κεφάλι μου, το έβαλα μέσα στο καπέλο, και μετά, γαλήνια, με αβίαστες κινήσεις, έξυσα με το μαγικό ραβδί το εσωτερικό του καπέλου, έβγαλα το κεφάλι μου και το ξανάβαλα στη θέση του, πάνω στο λαιμό μου. Είπα "Βουαλά!", υποκλίθηκα, και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. - Memoir of Hungary

Δεν μπορεί να απαιτεί κανείς από έναν συγγραφέα να περιφέρεται μονίμως με επίσημο ένδυμα, να παίρνει μονίμως τραγικές πόζες... Έρχεται μια στιγμή, που δεν έχει καμιά όρεξη να παραμείνει πιστός στο ανθρώπινο είδος.

μτφ: Άννα Παπασταύρου
από το βιβλίο Εμείς κι αυτός
εκδ. Ωκεανίδα, 2008



Márai Sándor (1900-1989
Στις 22 Φεβρουαρίου, στο Σαν Ντιέγκο, με αυτοπυροβολισμό
στο κεφάλι. Μετά από μαρασμό και αυτοκαταδίκη σε απομό-
νωση που ακολούθησε τον θάνατο της γυναίκας του, το 1986,
και του θετού γιου του, το 1987.




(φωτ: elmundo.es)
από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 23.11.09 0 comments

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

34 ~ Γιούκιο Μίσιμα: ο θάνατος, το υπέρτατο κίνητρο των σαμουράι

...ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο ακριβώς με την επικέντρωση στη ζωή. Όταν κάνουμε τη δουλειά μας σκεφτόμενοι ότι μπορεί να πεθάνουμε την επόμενη στιγμή, δεν μπορεί παρά να τη δούμε να πλημμυρίζει ξαφνικά από νόημα και ζωή.

Σήμερα απλώς δεν θέλουμε να μιλάμε για το θάνατο. Δεν θέλουμε να αντλήσουμε απ' αυτόν τα ωφέλιμα στοιχεία του και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Προσπαθούμε συνεχώς να κατευθύνουμε το βλέμμα μας προς ένα φωτεινό ορόσημο, την εξωτερική επιφάνεια, τη ζωή' και αγωνιζόμαστε μη μας ξεφύγει κάτι που να δείχνει τη δύναμη με την οποία ο θάνατος τρώει σιγά σιγά τη ζωή μας. Πρόκειται για μια διαδικασία με την οποία ο εκλογικευμένος ανθρωπισμός μας, ενώ επιτελεί αδιάκοπα το έργο του στρέφοντας τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λαμπρότητα της ελευθερίας και της προόδου, σπρώχνει ταυτόχρονα το ζήτημα του θανάτου από το επίπεδο της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο υποσυνείδητο, μετατρέποντάς το έτσι σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη, εκρηκτική, εσωστρεφή παρόρμηση. Αγνοούμε ότι το να επαναφέρουμε το θάνατο στο επίπεδο της συνείδησης αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διανοητικής υγείας.

Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι.

Είτε συλλογιστούμε τον φυσικό θάνατο είτε, από την άλλη, όπως κάνει το Χαγκακούρε, το θάνατο στη μάχη ή ακόμα και την αυτοκτονία - ως την κατάλληλη ολοκλήρωση της πορείας ενός ανθρώπου προς την τελείωση - μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι προορισμένος για άνθρωπος της πράξης, δεν αλλάζει ούτε αλαφραίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον φυσικό νόμο που λέει ότι όλα τα ανθρώπινα όντα υφίστανται το πέρασμα του χρόνου. "Ένα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως το θάνατο".

Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν...


Yukio Mishima (1925–1970)
Στις 25 Νοεμβρίου με "σεπούκου" * (χαρακίρι), στο
Υπουργείο Εθνικής Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας,
διαμαρτυρόμενος για τον "εθνικό εκφυλισμό" της
χώρας του.




Τα τέσσερα πρώτα κείμενα είναι αποσπάσματα από το βιβλίο
του Yukio Mishima Η ηθική των σαμουράι στο σύγχρονη Ιαπωνία
(εκδ. Ερατώ, 1993), σε μετάφραση του Γιώργου Βλάχου


* σεπούκου: τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας στην ιαπωνική
πάράδοση: καρφώνεις ένα σπαθί στην κοιλιά και στη συνέχεια
σε αποκεφαλίζει ο καλύτερός σου φίλος-

-η πρωτότυπη φωτογραφία είναι από το flickr.com

Links:
ο Γιούκιο Μισίμα, στην Ελλάδα
Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας
Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατος του
από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 2.11.09 0 comments

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

33 ~ Άρθουρ Καίσλερ: μην αφήνεις τους φόβους σου να επηρεάζουν τις πράξεις σου

Θάρρος είναι να μην αφήνεις ποτέ τους φόβους σου να επηρεάζουν τις πράξεις σου
*
Τίποτα δεν είναι πιο θλιβερό από το θάνατο μιας ψευδαίσθησης.
*
Δεν επιτρέπεται σε κανέναν να θεωρεί τον κόσμο ως ένα είδος μεταφυσικού οίκου ανοχής για συναισθήματα.

Η βασική προϋπόθεση της πρωτοτυπίας είναι η τέχνη του να ξεχνάμε, στη κατάλληλη ώρα, αυτό που γνωρίζουμε.
*
Η δημιουργική δραστηριότητα θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα είδος της διαδικασίας μάθησης, όπου δάσκαλος και μαθητής βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο.
*
Δυο μισές αλήθειες δεν κάνουν μία αλήθεια, και δύο μισοί πολιτισμοί δεν κάνουν έναν.

Κανείς πριν τους Πυθαγόρειους δεν είχε σκεφθεί ότι οι μαθηματικές σχέσεις κρατούσαν το μυστικό του σύμπαντος. Εικοσιπέντε αιώνες αργότερα, η Ευρώπη είναι ακόμα ευλογημένη και καταραμένη με την κληρονομιά τους. Στους μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, η ιδέα πως οι αριθμοί είναι το κλειδί και για την σοφία και για την ισχύ, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους.

Ο πιο επίμονος ήχος που αντηχεί μέσα από την ιστορία του ανθρώπου είναι το σφυροκόπημα από τα τύμπανα του πολέμου.
*
Ο κίνδυνος δεν είναι ότι μπορούμε να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να βρεθούμε σ’ ένα φασιστικό κόσμο. Ο κίνδυνος είναι ότι πέσαμε στο κρεβάτι την προηγούμενη νύχτα, σ’ έναν κόσμο που είχε γίνει φασιστικός, χωρίς να το πάρουμε είδηση.

από το Μηδέν και το Άπειρο (Darkness at Noon):
Ο Ρουμπασόφ τανύστηκε στην κουκέτα και τυλίχτηκε στην κουβέρτα. Ήταν πέντε η ώρα και ήταν απίθανο που κάποιος έπρεπε να σηκωθεί εδώ πριν τις επτά τον χειμώνα. Ήταν πολύ νυσταγμένος και, καθώς το ξανασυλλογίστηκε, αποφάσισε ότι μετά βίας θα σερνόταν για έλεγχο για άλλες τρεις τέσσερις μέρες. Έβγαλε τα πενς-νέ του, τα ακούμπησε στο λιθόστρωτο δάπεδο πλάι στη γόπα του τσιγάρου, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του. Ήταν τυλιγμένος ζεστά στην κουβέρτα και ένιωθε προστατευμένος' για πρώτη φορά μετά από μήνες δεν φοβόταν τα όνειρά του. .
*
Είχε ησυχία στο κελί. Ο Ρουμπασόφ άκουγε μόνο το τρίξιμο από τα βήματά του. Έξι και μισό βήματα μέχρι την πόρτα, από όπου έπρεπε να έρθουν για να τον πάρουν, έξι και μισό βήματα μέχρι το παράθυρο, που πίσω του έπεφτε η νύχτα. Σύντομα θα τέλειωναν όλα. Ωστόσο, όταν αναρωτήθηκε "για τι, αλήθεια, πεθαίνεις;", δεν βρήκε απάντηση.

Προς πάντα ενδιαφερόμενον
Ο σκοπός αυτής της σύντομης επιστολής είναι να καταστήσω απολύτως σαφές ότι προτίθεμαι να αυτοκτονήσω παίρνοντας υπερβολική δόση φαρμάκων χωρίς τη γνώση ή τη βοήθεια οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Τα φάρμακα αποκτήθηκαν νόμιμα και τα μάζευα κάμποσο καιρό. Το να προσπαθείς να αυτοκτονήσεις είναι ένας τζόγος το αποτέλεσμα του οποίου θα γίνει γνωστό στον τζογαδόρο μόνον αν αποτύχει, και όχι αν τα καταφέρει.
... ... ...

Arthur Koestler (1905-1983)
Tην πρώτη Μαρτίου, με βαρβιτουρικά και αλκοόλ, υποφέροντας
από πάρκινσον και ανίατη ασθένεια και πιστεύοντας στην
αυτοπροαίρετη ευθανασία. Μαζί με την γυναίκα του, στο σπίτι
τους, στο Λονδίνο.




(φωτ: LIFE)
από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 12.10.09 2 comments

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

32 ~ Mπάρκροφτ Xένρι Mπόουκ: Mεγάλη βλακεία μου να περάσω τη θηλιά στο λαιμό μου

Τζακ Κόρριγκαν
...
Τ’ αγριεμένα νερά τον παρέσυραν, και κάθε νεύρο τεντώθηκε
για να διατηρήσει το κράτημα στο αδύναμο στήριγμα
Μολονότι τον είχε κυριεύσει ένα παγωμένο μούδιασμα,
το θάρρος του δεν τον είχε εγκαταλείψει ακόμα,
ο πόθος για ελευθερία πλημμύριζε κάθε του σκέψη.

Το σκοινί ταλαντεύτηκε χαμηλά κάτω από το βάρος του και σύρθηκε στο ρεύμα,
τα ορμητικά κύματα στροβιλίζονταν γύρω απ’ το κεφάλι του,
ενώ ψηλά πάνω απ’ τον ρόχθο του ποταμού αντιλαλούσε το φριχτό ουρλιαχτό
μιας ψυχής που δραπετεύει με τρόμο από τον κόσμο.
Ένας μεγάλος κορμός, που εμφανίσθηκε αστραπιαία με το φούσκωμα της πλημμύρας,
τον παρέσυρε χωρίς αντίσταση κάτω από το ανυπόμονο κύμα,
τον ρούφηξε στο βάθος του ποταμού, και εκεί κάτω από τον αφρό,
ο Τζάκ Κόρριγκαν αναζήτησε ένα ανώνυμο μνήμα -
«Αντίο ζωή, αντίο ζωή» περιγελούσαν τραγουδιστά τα κύματα,
οι επιβλητικοί γκρεμοί ύψωναν το άγριο ρεφραίν,
"μια ζωή κομμάτια, μια θρηνούσα σύζυγος," έτσι πήγαινε ο ρυθμός,
"κι ένα μικρό αγόρι που δεν θα ξαναδεί ποτέ."

Ο έρωτας ενός βουσμάνου
...
Λες πως εμείς οι βουσμάνοι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε
Οι ζωές μας είναι πολύ ανιαρές: συνεπώς
αφήνουμε να χαθεί ή στερούμαστε αυτή την εκλεκτή αίσθηση
που ανυψώνει αρκετούς άνδρες πάνω
από τους συντρόφους τους, που τους ξεχωρίζει
σαν αγγεία εξαιρετικής κατασκευής
- το αποκορύφωμα της αγγειοπλαστικής τέχνης -
τοποθετημένα χωριστά πάνω στο ράφι.
Έτσι, είναι κάτι περισσότερο από την κοινή πορσελάνη
και κάτι παραπάνω από θηρίο με ανθρώπινο προσωπείο
που, ψάχνοντας, βρίσκει τον ευγενή εαυτό του
διπλοκαθρεφτισμένο στα μάτια μιας γυναίκας!

Ωστόσο αυτά τα πράγματα έχουν και το αντίτιμό τους:
Γιατί, συχνά, και μόνο το άγγιγμα αρκεί για να τσακίσει
αυτά τα αγγεία εξαιρετικής τέχνης.
...

Rocklands, Adaminaby
29 Μαΐου 1887


Αγαπητέ Πατέρα
...
Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου ζήσαμε μια μεγάλη τραγωδία όταν από μια ανόητη πράξη, μια χαζομάρα, κόντεψα να χάσω τη ζωή μου. Μου έγινε μάθημα ώστε να μην ξαναϋποχωρήσω σε πιέσεις για φάρσες. Ο Μπόιντι κι εγώ συζητούσαμε κι αστειευόμαστε στην κουζίνα με την Μις Μπι και τον νεαρό Τεντ' και δεν θυμάμαι τι το ξεκίνησε, αλλά κι οι δυο ισχυριστήκαμε ότι μπορούμε να κρεμαστούμε. Yπήρχε ένα επικίνδυνο παιχνίδι όπου κρεμούσαν το πρόβατο από ένα δοκάρι και το άφηναν να αιωρείται σε ένα χαλαρό βρόχο. Εγώ, σαν βλάκας, έκανα μια περαστή θηλιά, και, δένοντας ένα μαντήλι στο πρόσωπό μου, είπα αντίο σε όλους, πέρασα το βρόχο γύρω απ’ το λαιμό μου και τον έσφιξα (Ο Μπόιντι κρεμόταν απ’ το μαντήλι του). Η Μις Μπι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα για το δωμάτιό της. Εγώ έμεινα μετέωρος, όπως μου είπαν, με τη θηλιά σφιγμένη γύρω στο λαιμό μου, με το βάρος μου στα χέρια μου, και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι που είδα την Μις Μπι να φεύγει.

Τότε έχασα κάθε συνείδηση του έξω κόσμου, νόμιζα, όμως, ότι ονειρευόμουν. Δεν ένιωθα πόνο, αλλά είχα την εντύπωση πως αναλογιζόμουν την παραδοξότητα αυτού του κόσμου και των ανθρώπων, και τι υπέροχο πράγμα που ήταν η γνώση. Βαθμιαία όμως μου φάνηκε ότι με κατέλαβε ένα αίσθημα ενόχλησης και προσπάθησα να μην σκέπτομαι, όμως έπρεπε να το κάνω. Με πίεζαν σκέψεις' περνούσαν μπρος στα μάτια μου σαν διερχόμενο τραίνο, τόσο γρήγορα που μου προξενούσε πόνο να τις παρακολουθώ. Εκείνο το διάστημα, υποθέτω, υπήρξε ένα κενό' και το επόμενο πράγμα που σκέφτηκα ήταν το πλοίο του Μίλσονς Πόιντ. Μπορούσα να ακούω το νερό να πλατσουρίζει και είχα την αίσθηση ότι επιβράδυνε σταδιακά καθώς πλεύριζε στην αποβάθρα. Τότε αντιλήφθηκα ότι κάτι μου συνέβη. Μπορούσα να βλέπω τον κόσμο γύρω μου, και ταυτόχρονα ήξερα ότι ήμουν πάνω στο πλοίο και είχα πάθει καρδιακή προσβολή. (ο δόκτωρ Κοξ μου είπε ότι έχω αδύνατη καρδιά). Σκέφθηκα Επιτέλους πρόκειται να πεθάνω' και τότε μου φάνηκε ότι το πλοίο βυθιζόταν, και μπορούσα να αισθάνομαι την ορμή του νερού πάνω μου και να το νιώθω να βρέχει τα μάγουλά μου. Φαινόταν σαν να υπήρχε ένα τρομερό βάρος που συνέθλιβε το στήθος μου. Όσο πήγαινε και χειροτέρευα, και σιγά σιγά καθώς επανερχόμουν στην πραγματικότητα κατάλαβα ότι ήμουν ξαπλωμένος στο πάτωμα και όλοι γύρω μου έβρεχαν τα χέρια και τους κροτάφους μου, ενώ εγώ πάσχιζα να αναπνεύσω.

Ω! Ήταν τρομερό – δέκα φορές χειρότερο από το κρέμασμα. Θα είχα ξανασωριαστεί στο πάτωμα, όταν ξαφνικά, πάνω στην προσπάθειά μου να πάρω ανάσα, συσπάσθηκαν τα χαρακτηριστικά μου φθάνοντας πολυ κοντά στο να τα καταφέρω να συνέλθω. Μου είπαν ότι έβγαζα φριχτούς ήχους. Ένιωσα ότι το στήθος μου κομματιάστηκε με τον αέρα, δεν μπορούσα να πάρω βαθιά αναπνοή, και δεν ήθελα να το ξαναπεράσω. Επιτέλους, άρχισα να καλυτερεύω και μπόρεσα να καταπιώ λίγο μπράντυ. Μετά από λίγο συνήλθα ολωσδιόλου, αλλά αυτός ο λαιμός μου! Μου έμεινε το σημάδι της θηλιάς γύρω του και την επόμενη μέρα (χθες δηλαδή) οι μύες μου ήταν πρησμένοι σαν χοντρά σκοινιά και ο πονοκέφαλος που είχα το Σάββατο το βράδυ και χθες, κόντεψε να με τρελλάνει.

Μετά που η Μις Μπι είχε φύγει από την κουζίνα, ο Μπόιντι είχε βγάλει το μαντήλι απ’ το λαιμό του και μαζί με τον νεαρό Τεντ έμειναν να γελάνε μαζί μου. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι κρατούσα τη θηλιά με τα χέρια μου' κι οι δυο νόμιζαν ότι την είχα δέσει στους ώμους μου. Όταν με είδαν, τα χέρια μου ήταν τεντωμένα στα πλευρά μου και τα δάχτυλά μου κινούνταν σπασμωδικά. Ήταν πολύ σκοτεινά κι έτσι δεν μπορούσαν να δουν ότι κρεμόμουν από τον λαιμό μου. «Έλα, να τον ξεκρεμάσουμε» είπε ο Τεντ και ήταν έτοιμοι να με δείρουν. Καθυστέρησαν λίγο και η Μις Μπι επέστρεψε. «Παραπάει αυτό το αστείο κύριε Μπόουκ» είπε, κι όλοι τους νόμιζαν ότι ακόμα υποκρινόμουν. Με ξεκρέμασαν και όταν μου έβγαλαν το μαντήλι και είδαν πως το πρόσωπό μου είχε μελανιάσει κι απ’ το στόμα μου έτρεχε αίμα, τότε μόνον κατάλαβαν ότι δεν ήταν αστείο αλλά άκρως αληθινό.

Μπορώ να σου πω ότι τους κοψοχόλιασα. Τους πήρε κοντά μισή ώρα να με συνεφέρουν. Βέβαια, είναι δεδομένο πως ήταν μεγάλη βλακεία μου να περάσω τη θηλιά στο λαιμό μου, αλλά ακόμα κι ένας λεβέντης συχνά κάνει απερισκεψίες, που όμως δεν έχουν πάντα τόσο δυσάρεστες συνέπειες.
...

Barcroft Henry Thomas Boake (1866 - 1892)
Στις 10 Μαΐου, οκτώ μέρες μετά την εξαφάνισή του, βρέθηκε
κρεμασμένος με τη λαβή του μαστιγίου του, στο Φόλλυ Πόιντ
του Μιντλ Χάρμπορ, - Σίδνεϊ.



από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 21.9.09 0 comments

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

31 ~ Χάινριχ φον Κλάιστ: ...ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου μ' έναν από τους πιο υπέροχους και ηδονικoύς θανάτους

Στην αδελφή του, Ούλρικε:

Άνοιξη 1799
«...βρίσκω αδιανόητο το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς ένα σχέδιο στη ζωή του. Η αίσθηση της ασφάλειας που χαρακτηρίζει τον παρόντα χρόνο μου, καθώς και η ηρεμία με την οποία ατενίζω το μέλλον, με κάνουν να νιώθω βαθιά μέσα μου πόσο ανεκτίμητη ευτυχία μου χαρίζει το σχέδιο που ήδη έχω χαράξει για τη ζωή μου.

Το να ζεις χωρίς κανένα σχεδιασμό, χωρίς σταθερό σκοπό, κλωθογυρίζοντας συνέχεια ανάμεσα σε αβέβαιες επιθυμίες, σε μόνιμη ασυμφωνία με τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες σου, τελικά ένα παίγνιο της τύχης, μια μαριονέτα στα νήματα της μοίρας - μια τέτοια ανάξια κατάσταση μου φαίνεται τόσο ευτελής και καταφρονητέα, θα με καταντήσει τόσο κακόμοιρο και άθλιο, ώστε ο θάνατος θα είναι ασύγκριτα προτιμότερος».

... εκείνη προστάζει να ζέψουν την άμαξά της, αποφασισμένη να φύγει αμέσως για την πόλη. Όμως πριν προλάβει καλά καλά να συμμαζέψει μερικά πράγματα και να ξεχυθεί κατά την πόλη, βλέπει τον πύργο τυλιγμένο σε φλόγες. Ο μαρκήσιος, εξαγριωμένος απ' το φόβο, είχε αρπάξει ένα κερί και το 'χε απλώσει στις τέσσερις γωνιές του δωματίου που, ντυμένο με ξύλο καθώς ήταν, τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μάταια η μαρκησία έστειλε ανθρώπους μέσα να σώσουν τον δυστυχισμένο˙ εκείνος είχε με τον οικτρότερο τρόπο ήδη υποκύψει και σήμερα ακόμη κείτονται τ' άσπρα του κόκαλα μαζεμένα απ' τους χωρικούς στη γωνιά του δωματίου, απ' όπου είχε κάποτε σηκώσει με τη βία τη ζητιάνα του Λοκάρνο.
("Η ζητιάνα του Λοκάρνο" - η λέξη - τ.107, Ιαν.92)

Στην εξαδέλφη του, Marie:

Nοέμβρης 1811
«...Πίστεψε με, αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένος. Πρωί και βράδυ πέφτω στα γόνατα μπροστά στο Θεό, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχα μπορέσει να κάνω- τώρα. Του χρωστάω χάρη, γιατί ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου, την πιο βασανιστική ζωή που έζησε ποτέ άνθρωπος, μ' ένα από τους πιο υπέροχους και ηδονικούς θανάτους... Η απόφαση της να θέλει να πεθάνει μαζί μου με τράβηξε στην αγκαλιά της, με τέτοια ανείπωτη και ακαταμάχητη δύναμη που δεν μπορώ να σου την περιγράψω... Ακριβή μου φίλη, ας με καλούσε γρήγορα ο Θεός σ' αυτόν τον καλύτερο κόσμο...»

«... στον οργανικό κόσμο, όσο σκοτίζεται και αδυνατίζει ο λογισμός, τόσο πιο αστραποβόλα και ηγεμονική προβάλλει η χάρη. Και όπως η τομή δυο ευθειών στη μια πλευρά κάποιου σημείου διασχίζει το άπειρο και ξεφυτρώνει αίφνης στην άλλη του πλευρά, ή όπως το είδωλο κοίλου κατόπτρου διανύει το κενό και εμφανίζεται απρόοπτα εμπρός μας, έτσι αναπάντεχα παρουσιάζεται η χάρη όταν η γνώση φεύγει στο αχανές, και διακρίνεται πιο καθαρά στο σώμα εκείνο που δεν έχει διόλου γνώση, ή έχει γνώση απέραντη, δηλαδή στο ανδρείκελο ή στο Θεό.»
«Μήπως", είπα λιγάκι αφηρημένος, «θα πρέπει να ξαναγευτούμε τον καρπό του Δένδρου της Γνώσεως, για να επιστρέψουμε στην ηλικία της αθωότητος;»
«Να σας πω», απάντησε, «αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του κόσμου.»
("Οι Μαριονέτες" μτφ:Τζένη Μαστοράκη - εκδ. Άγρα, 1982)

Στην αδελφή του, Ulrike:

Noέμβρης 1811
«Δεν μπορώ να πεθάνω πλήρης και ευτυχισμένος, καθώς είμαι, χωρίς προηγουμένως να συμφιλιωθώ με όλον τον κόσμο και προπάντων μ' εσένα... Είθε να σου χαρίσει ο ουρανός ένα θάνατο που, έστω και κατά το ήμισυ, να προσεγγίζει την ευτυχία και την απερίγραπτη χαρά που νιώθω εγώ τώρα...»

... αν μπορούσα να δω μέσα στην καρδιά μου, να μαζέψω τις σκέψεις μου, και με τα γυμνά χέρια μου να τις αφήσω, χωρίς πρόσθετα στολίδια, στη δική σου καρδιά, τότε, ομολογώ, η πιο κρυφή επιθυμία της ψυχής μου θα έχει εκπληρωθεί.
("Letter from One Poet to Another")

Στην εξαδέλφη του, Marie:

Nοέμβρης 1811
«...αν περνούσε ακόμη από το χέρι μου, σε διαβεβαιώνω πως θα παραιτούμουν από την απόφαση μου να πεθάνω. Όμως, στ' ορκίζομαι, μου είναι τελείως αδύνατο να εξακολουθήσω να ζω. Η ψυχή μου είναι τόσο πληγωμένη... Όμως, δεν μπορώ να αντέξω να βλέπω να μου συμπεριφέρονται σαν να 'μουν ένα τίποτα, ένα άχρηστο μέλος της κοινωνίας, και να μη μου αναγνωρίζεται η παραμικρή αξία... Έχε γεια! Είσαι η μόνη πάνω στη γη που θα ήθελα να δω ξανά. ...Βρήκα μια φίλη που η ψυχή της φτερουγίζει σαν μικρός αετός... Που καταλαβαίνει πως η θλίψη μου είναι μεγάλη, βαθύρριζη και ανίατη, και γι' αυτό, παρ' όλο που έχει τον τρόπο να με κάνει ευτυχισμένο, θέλει να πεθάνει μαζί μου. Που μου δίνει την απερίγραπτη ευχαρίστηση να θέλει να σκοτωθεί τόσο εύκολα κι αμέριμνα...»


Bernd Heinrich Wilhelm von Kleist (1777–1811)
Στις 21 Νοεμβρίου, στην όχθη της λίμνης του Wannsee,
κοντά στο Πότσδαμ, με σφαίρα στο στόμα. Αμέσως μετά
που πυροβόλησε στην καρδιά τη φίλη του Αdolfine Vogel,
όπως είχαν συμφωνήσει, και αφού η σύζυγός του, είχε
αρνηθεί την πρότασή του ν' αυτοκτονήσει μαζί του.





Τα τέσσερα αποσπάσματα από τις επιστολές προς την
αδελφή του Ulrike και προς την εξαδέλφη του Marie,
είναι από το βιβλίο του
Γιάννη Βασιλειάδη
"Γκέοργκ Μπίχνερ και Χάινριχ φον Κλάιστ"

- εκδ. Αιγόκερως, 2005

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 31.8.09 0 comments

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

30 ~ Πηνελόπη Δέλτα: Τώρα μπορώ να πεθάνω

- ...Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούµαι φοβερά! Να, σήµερα το πρωί, ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός µου, περνούσα και ξαναπερνούσα το χέρι µου µες στις αχτίδες του ήλιου και κοίταζα τα σκονάκια που χοροπηδούσαν, έτσι, για να περνά η ώρα. ∆εν ξέρω πώς να σκοτώσω τις ατέλειωτες ώρες της ηµέρας!
Η Γνώση γέλασε.
- Θες να τις σκοτώσεις ή να τις µεταχειριστείς; ρώτησε.
- Το ίδιο δεν κάνει;
- Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μ' αν κάνεις περιττά πράµατα, τη σκορπάς - ενώ αν κάνεις δουλειές µε σκοπό, τη µεταχειρίζεσαι.
- ∆εν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ, είπε συλλογισµένο το Βασιλόπουλο. Και µένα η ώρα µου φαίνεται ατέλειωτη!
- Και όµως η ώρα είναι πολύτιµη, αποκρίθηκε η Γνώση. Σε τι καταγίνεσαι όλη µέρα;
- Σε τίποτα! Σε τι µπορώ να καταγίνω; Ο καθένας ζει και καταγίνεται για τον εαυτό του, κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.
- Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα.
- Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί.
- Καλά το είπες, πως κουτσοζεί, αποκρίθηκε λυπηµένη η Γνώση. Και ο τόπος σου κουτσοζεί. Το καταδέχεσαι όµως;
- Τι να του κάνω;
- Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτοµο του και δούλευε περισσότερο για το γενικό καλό, θα έβλεπε µια µέρα πως πάλι για τον εαυτό του δούλεψε, και πως αντί να κουτσοζεί, κατάφερε να καλοζεί.
...
(από το "Παραμύθι χωρίς όνομα")

Όταν τελείωσα το έργο μου κατέθεσα τα όπλα. Είπα πως μπορώ τώρα να πεθάνω, αρκεί να το δημοσιεύσουν τα παιδιά μου, σαν να ελευθερωθούν οι ελληνικές ψυχές και συνειδήσεις. Αυτά τον περασμένο Δεκέμβριο. Τώρα θέλω να δω την ελευθερία αυτή ψυχών και συνειδήσεων. Μα θα την δω άραγε;

Στόν κόσμο, υπάρχουν πράγματα, ιδέες, αρχές, ιδανικά, πίστες πού βαραίνουν περισσότερο από τήν ζωή

Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά.
Π.Σ. Δέλτα


Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)
Στις 27 Απριλίου, στο σπίτι της στην
Κηφισιά, με δηλητήριο.
(πεθαίνει 5 μέρες αργότερα).



- η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου της Π.Δ. Αναμνήσεις 1940,
σε επιμέλεια του Αλέκου Ζάννα (εκδ. Ερμής) -

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 11.8.09 0 comments

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

29 ~ Σαπφώ: "και φαίνομαι απ' το θάνατο λίγο εγώ ν' απέχω"

να 'χα πεθάνει ας ήτανε! Μ' όλη μου την ψυχή το θέλω.
Εκείνη μ' άφησε, χύνοντας δάκρυα πολλά.

και τούτα δω τα λόγια μού 'πε
"Αλίμονο, Σαπφώ μου, τι βάσανα μάς έχουν βρει!
Είναι αλήθεια, πράγματι, αθέλητα σ' αφήνω".

Κι εγώ της αποκρίθηκα:
"Καλά να 'σαι και πήγαινε και μένα να θυμάσαι,
γιατί ξέρεις καλά πως σε προσέχαμε εμείς'

αν όμως πέφτω έξω,
θέλω να σου θυμίσω τελικά [...]
όλες εκείνες τις στιγμές γαλήνης κι ομορφιάς που έχουμε περάσει'

γιατί πολλά στεφάνια από γιούλια και από τριαντάφυλλα
κι από κλαδάκια αμπελιού [πλεγμένα] μ' άνηθο μαζί,
σιμά μου καθισμένη επάνω στο κεφάλι φόρεσες,

μα και πολλές γιρλάντες στριφογυριστές,
φτιαγμένες με λουλούδια,
γύρω στον απαλό λαιμό σου έβαλες,

και το κορμί παντού,
με μύρο ακριβό [...]
μύρο βασιλικό το άλειψες και τό 'κανες να λάμπει,

κι επάνω σε στρωσίδια μαλακά,
την απαλή [...]
κι ευθύς τον πόθο για κορίτσια άλλα τον διώχνεις μακριά,

κι ούτε χορός ούτε κανείς
βωμός ούτε [...]
υπήρχε, απ' όπου λείπαμε εμείς,

ούτε κι άλσος ιερό [...]

Ίδιος θεός μου φαίνεται εκείνος εκεί ο άντρας
που απέναντί σου κάθεται,
κι από κοντά το γλυκομίλημά σου
ακούει

και τ' όμορφο το γέλιο σου,
τούτο που την καρδιά μου, αληθινά, ταράζει μες στα στήθη'
όταν για λίγο σε κοιτώ, μήτε φωνή μήτε μια λέξη
βγάζω,

καθώς η γλώσσα μου έχει παγώσει στη σιωπή
κι ευθύς, κάτω απ' το δέρμα μου, μικρή φωτιά χυμάει.
Τα μάτια μου δεν βλέπουν τίποτε, βουίζουνε
τ' αυτιά μου,

κι ιδρώτα χύνει το κορμί' ολόκληρη ένα τρέμουλο
μ' αδράχνει, πιο πράσινη κι απ' το γρασίδι γίνομαι
και φαίνομαι απ' το θάνατο λίγο εγώ ν' απέχω,
με σαλεμένα τα μυαλά.

δέδυκε μεν α σελάννα και Πληίαδες, μέσαι δε
νύκτες, παρά δ' έρχετ' ώρα, έγω δε μόνα κατεύδω


Σαπφώ (630 - 570)
πέφτοντας στη θάλασσα από τα βράχια της Λευκάδας
(κατά τη μυθολογία)



Tα ποιήματα είναι από την Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Ερωτικής Ποίησης
- εκδ. Ροές, 2003
Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη

-ο πίνακας του John William Godward είναι από το squidoo.com-



από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 21.7.09 0 comments

Τετάρτη, 01 Ιουλίου 2009

28 ~ Κατερίνα Γώγου: "'Ενα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα χαθώ"

25 Μαΐου

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θάβγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι απ' τον πατέρα
κι ένα κομμάτι απ΄τη θάλασσα - αυτά που μ' άφησαν -
και την πόλη.
[...]
Ένα πρωί
θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ' όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με τον χαρακτηρισμό - μην τους πιστέψεις! -
Προβοκάτορας.

(από τη συλλογή "Τρία κλικ αριστερά"
εκδ. Καστανιώτη, 1978)


Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

(από το "Ιδιώνυμο", εκδ. Καστανιώτη, 1980)

Με λένε Οδύσσεια.

Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.

(από τη συλλογή "με λένε Οδύσσεια"
- εκδ. Καστανιώτη, 2002)


Ετών 9

Όταν ξυπνήσεις το πρωί
και δεν θα βρεις στο πάτωμα
χαπάκια πουλόβερ και σουτιέν
και χτυπήσεις με δύναμη την πόρτα
χωρίς ν' ακούσεις πίσω σου το υστερικό μου "σκασμός"
μη βάλεις τα κλαματα και πας για να με βρεις
στην παιδική φωτογραφία μου που σε κοιτάει. Ποτέ δεν έβλεπα.
Ούτε στα ηλίθια γραφτά μου. Σούψω πει ψέματα, Πάντοτε σούλεγα
πως είναι όμορφοι οι άνθρωποι τα χρώματα κι η μουσική.
Μέτρησε μόνο τα μεροκάματα που έκανα
μ' αυτό θα μάθεις πως έζησα.
Μέτpησε έπειτα το νοίκι μας
ποτέ δεν φτάνανε να το πληρώσω.
Και πόσο φως έκαψα
ψάχνοντας να βρω τρόπο.
Τράβα μετά και γύρεψε απ' τον πατέρα σου
για τελευταία φορά χρήματα
και δώσε τα χρέη μου.
Ύστερα πλύνε τα μούτρα σου
και μην αφήσεις κανέναν να σου πει
τι απόγινε με τη μάνα σου.
Μόνο κάτω απ' αυτές
τις ηλίθιες αποδείξεις
φτιάξε έναν ήλιο απ' αυτούς που μόνο εσύ έχεις στο νου σου΄
και κάτω απ' αυτόν
γράψε με τ' αστεία παιδικά σου γράμματα
ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ!

(από τη συλλογή "Τρία κλικ αριστερά"
εκδ. Καστανιώτη, 1978)


...Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Γιά τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

"Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα... Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή... Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω... Τώρα μού 'χει περάσει. Δεν θέλω ν' αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό... Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς νά 'χω τίποτα, χωρίς ν' ανήκω πουθενά..."

(από την Οδό Πανός, τ.83/84, Φεβρ.1996)


Κατερίνα Γώγου (1940-1993)
Στις 3 Οκτωβρίου, στην Αθήνα, παίρνοντας χάπια.




-η πρωτότυπη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο
του βιβλίου της "τρία κλικ αριστερά"-
από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 1.7.09 0 comments

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

27 ~ Γιώργος B. Μακρής: ...πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους

Άλλοτε
κι ας ήταν τ' όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.

Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.

Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.

Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.

Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά 'ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά 'ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα...

Άνεμος βορινός κατά την άνοιξη

Ορθά εκρίθηκεν η άνοιξη σαν πρόσκληση
στα αγαθά του επιγείου κόσμου.
Μετανοείς για ό,τι άφησες να φύγει δίχως γυρισμό
και τούτος ο βοριάς παρ' όλη του την εύθυμη πορεία
καλεί το πνεύμα σου στην αποθύμια των χαμένων
ΩΡΩΝ σου.
Κι έτσι σ' ύπτια στάση αποxαύνωσης αδιαφορείς
για την επίσπευση της αλλαγής σου ως προς τα οφέλη.
Και παίρνουν σάρκα και οστά οι μικροί δεσμοί
και καθρεφτίζεται το παρελθόν στο μέλλον σου.
Όλες οι οσμές που οργιάζουν φράζουν τις θύρες του εαυτού σου•
ας αγωνίζεσαι να τις τραβήξεις στο εσωτερικό
μένουν προκλήσεις των αισθήσεων μα οι στερνές
νομίζω πως εκχωριστήκαν από σένα.
1943

Τριλογία

III
Δεν ξέρω πια αν τίποτα αξίζει να κρατώ
στη μνήμη άξιο προσοχής παλαιότερα αισθητό.
Αν είναι ίσως δυνατό ποτέ δε θα υμνήσω
τον κίνδυνο της θάλασσας, ποτέ μου δε θα κλείσω
το φόβο και το άφρισμα, τη διαφάνειά της
που αγάπησα, στο στέρνο μου' τα διαδήματά της
δε θα φορέσω ούτε στιγμή μα ευθύς θα τα πετώ
κι από λιθάρι πιο ψυχρός θα παρουσιαστώ
που όλη νύχτα εθέρμαινε η σελήνη μοναχή,
για να μου δώσουν τη στερνή του κόσμου διδαχή.
Πολλές κοπέλες γέμισαν τίς μέρες μου δειλά
στις ώρες που επικίνδυνα ταξίδια τρυφηλά
σxεδιάζονταν σαν υδρατμοί πάνω στο μέτωπό μου'
με προφυλάξεις έξυπνες σαν του μελισσοκόμου
κρατούσα τ' άσπρα χέρια τους και έκλεινα τα μάτια
όπως όταν στη θάλασσα μου γέμιζαν μ' αλάτια...
Και θα 'ταν επινόηση περίφημη το να 'χω
να βάζω τις φωνές αυτές σ' αυτό το φωνογράφο.
Τώρα που ζω εξόριστα στην άδεια κάμαρά μου
xωρίς βιβλία, κάντρα, φως, και η μόνη είναι χαρά μου
να λησμονώ εκούσια τα άδεια περασμένα
πετώντας τα σαν γυαλικά παμπάλαια σπασμένα
καί βλέπω φίδια μισητά να αδικοσφυρίζουν
κάτι μακάβριους γνωστούς που τα ξαναθυμίζουν.
Τώρα που κάθε απόγευμα τρώμε χειμερινά
φρούτα καθώς κοιτάζουμε κονσέρβες ανανά,
κι είν' ή ζωή μας άδεια πια όπως και κάτι χώρες
που ξηρασία ενέσκηψε σ' αυτές και δίχως μπόρες
ζουν, και που φύγαν απ' αυτές οι δηωτές στρατιώτες
κι άφησαν λύπη πίσω τους και τις παλιές τους μπότες,
κι είν' η ζωή μας άδεια πια, όπως στο σπίτι αυτό
που το μονάκριβο παιδί πολύ πολυκλαυτό
ξεκίνησε αφήνοντας πίσω τ' ανάστημά του
και που τα παιχνιδάκια του κρύβουν απ' τη μαμά του.
Το κοιμισμένο μου μυαλό στα είδωλα γυρνά
κι η νέα μορφή μου πρόωρα και άδοξα γερνά
πίνοντας παγωμένο φως σε πιο μεγάλες δόσεις
χείλη πρησμένα από φωνές κι από φαντασιώσεις.
Αθήνα, 1942

Τι μαρτυρική ψυχή ζει στο καλοκαίρι!
Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή.
Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει
να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι.

Φέτο ανακαλύψαμε ένα νέο χέρι
μπήκαμε στο σxήμα του με μια προσευχή.
Το χαμένο νόημα που 'χει η βροχή
η ψυχή μας έμαθε να ξέρει.

Περί θανάτου

Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσεις τα των ενδυμασιών).
Έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουνα ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τ' άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στo στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έxω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ' όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κυττούν απ' τους εξώστες).
Ω! xιλιάδες απρόσωποί μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου,
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
Φεβρουάριος 1943


Γιώργος B. Μακρής (1923-1968)
Στις 31 Ιανουαρίου, πέφτοντας από την ταράτσα
του σπιτιού του, στα Ιλίσια. Μετά από άλλες πέντε
(κατ' άλλους 7) απόπειρες τα τρία προηγούμενα
χρόνια.


Image Hosted by ImageShack.usImage Hosted by ImageShack.us

Τα ποιήματα και η φωτογραφία είναι από το
βιβλίο Γραπτά Γεωργίου Β. Μακρή
Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

Links:

Γιώργος Β. Μακρής στα Αυτοβιογραφικά
Γιώργος Β. Μακρής στo Γράμμα σε χαρτί

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 11.6.09 0 comments

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

26 ~ Ίνγκριντ Τζόνκερ: Δεν υπάρχει ερώτημα θανάτου

Το πρόσωπο του έρωτα

Το πρόσωπο σου είναι το πρόσωπο
όλων των άλλων πρίν από σένα καί μετά
από σένα' και τα μάτια σου είναι
ήρεμα σαν μια γαλάζια αυγή, που σπάζει
το χρόνο στην ώρα του. Βουκόλος
των νεφών, φρουρός της λευκής -με
εναλλαγή χρωμάτων- ομορφιάς, το τοπίο
των εξομολογημένων χειλιών σου, που έχω
εξερευνήσει, κρατά το μυστικό κάποιου
χαμόγελου όπως το τοπίο με τα μικρά
λευκά χωριά πέρα από τα βουνά'
κι οι χτύποι της καρδιάς σου
μέτρο της έκστασής τους.

Δεν υπάρχει ερώτημα μιας -κάποιας-
αρχής' δεν υπάρχει ζήτημα κατάκτησης,
δεν υπάρχει ερώτημα θανάτου: πρόσωπο
πολυαγαπημένο μου, το πρόσωπο του έρωτα!

μτφ: Αθαν. Β. Νταουσάνης
από το βιβλίο Η Ποίηση της Μαύρης Αφρικής
εκδ. Ροές, 2003


Σε επαναλαμβάνω
Χωρίς αρχή ή τέλος
Επαναλαμβάνω το σώμα σου
Η μέρα έχει αδύνατο ίσκιο
και η νύχτα κίτρινους σταυρούς
το τοπίο χωρίς ενδιαφέρον
και οι άνθρωποι μια σειρά κεριά
όσο σε επαναλαμβάνω
με τo στήθος μου
που δίνει νέο σχήμα στις χούφτες σου

Σ' ένα τόπο που δεν έχω ταξιδέψει ποτέ,
εκούσια, πέρα από οποιαδήποτε εμπειρία,
τα μάτια σου κρατούν τη σιωπή τους:
στα πιο ασθενικά σου σου νεύματα υπάρχουν
πράγματα που με κυκλώνουν
ή αυτά που δεν μπορώ ν' αγγίξω γιατί είναι
πολύ κοντά
....


Ingrid Jonker (1933-1965)
Στις 19 Ιουλίου, νύχτα, στην ακτή Τhree Anchor Bay
του Κέηπ Τάουν, μπήκε στη θάλασσα κι αφέθηκε να πνιγεί.

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 21.5.09 0 comments

Παρασκευή, 01 Μαΐου 2009

25 ~ Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν: Ο θάνατος είναι η βασική προϋπόθεση της ζωής

Θάvατος; Προς τι όλη αυτή η φασαρία γύρω από τον θάνατο; Xρησιμοποιείστε τη φαντασία σας, προσπαθείστε να σκεφθείτε έναν κόσμο χωρίς θάνατο! ...Ο θάνατος είναι η βασική προϋπόθεση της ζωής, δεν είναι συμφορά.

Η αγάπη καλλιεργείται με την προσφορά
*
Η λογική δεν έχει ισχύ έναντι του συναισθήματος, και το συναίσθημα, πιο παλιό κι από την ιστορία, δεν είναι αστεία υπόθεση.
*
Το να περιβάλλεται o άνθρωπος από όμορφα πράγματα έχει καλή επιρροή επάνω του' το να δημιουργεί όμορφα πράγματα, έχει ακόμα καλύτερη.

Το να χάφτεις και να ακολουθείς είτε παλιές δοξασίες είτε σύγχρονες προπαγάνδες, είναι μια αδυναμία που ακόμα εξουσιάζει το ανθρώπινο πνεύμα.
*
Tο πιο μαλακό, το πιο ελεύθερο, πιο εύκαμπτο και πιο ευμετάβλητο συστατικό της ζωής είναι το μυαλό - συγχρόνως δε, είναι το πιο σκληρό και το πιο αλύγιστο.

Μεγαλώσαμε με τις σταθερές εμμονές των διακηρυγμένων διακρίσεων φύλου, νομίζοντας ότι οι περισσότερες ανθρώπινες ιδιότητες, είναι ανδρικές ιδιότητες, για τον απλό λόγο ότι αυτές έχουν αναγνωρισθεί στους άνδρες και είναι απαγορευμένες στις γυναίκες.
*
Οι γυναίκες που κάνουν την περισσότερη δουλειά παίρνουν τα λιγότερα χρήματα, και οι γυναίκες που έχουν τα περισσότερα χρήματα κάνουν την λιγότερη δουλειά.
*
H γυναίκα θα έπρεπε να στέκεται πλάι στον άνδρα ως σύντροφος της ψυχής του και όχι σαν υπηρέτρια του κορμιού του.
*
Δεν υπάρχει θηλυκό μυαλό. Ο εγκέφαλος δεν είναι όργανο φύλου. Σκεφθείτε να μιλούσαμε και για θηλυκό συκώτι.
*
Πρέπει να μπει ένα τέλος στα πικρά αισθήματα που έχουν προκύψει μεταξύ των φύλων αυτόν τον αιώνα.

Είναι καθήκον της νέας γενιάς να κομίσει νέες, φρέσκες δυνάμεις που θα επιφέρουν την Κοινωνική πρόοδο. Κάθε γενιά νέων ανθρώπων πρέπει να είναι για την ανθρωπότητα σαν μια τεράστια εφεδρική δύναμη ενός αποκαμωμένου στρατού.

Για πολλά χρόνια υπέφερα από σοβαρούς και συνεχείς νευρικούς κλονισμούς που έτειναν προς την μελαγχολία κι ακόμα πιο πέρα. Κατά τον τρίτο χρόνο αυτής της κατάστασης, προσήλθα με διακαή πίστη και κάποια αμυδρή αίσθηση ελπίδας, σε έναν διακεκριμένο νευρολόγο, τον πιο γνωστό της χώρας. Αυτός ο σοφός άνθρωπος με έβαλε στο κρεβάτι και εφάρμοσε την "θεραπευτική ανάπαυση", στην οποία λόγω καλής σωματικής κατασκευής αντέδρασα τόσο γρήγορα που συμπέρανε ότι δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο με το θέμα μου και με έστειλε σπίτι με την υπεύθυνη συμβουλή να ζήσω ως οικόσιτη, στο μέτρο του δυνατού να μην έχω παρά μόνον δύο ώρες πνευματική ενασχόληση την ημέρα και όσο ζω ποτέ να μην αγγίξω ξανά πένα, πινέλο ή μολύβι. Αυτό συνέβη το 1887.

Γύρισα σπίτι και πειθάρχησα σ' αυτές τις οδηγίες για τρεις μήνες, αλλά έφθασα τόσο κοντά στο όρια της απόλυτης πνευματικής κατάπτωσης, όσο δε θα μπορούσα ποτέ να φθάσω. Τότε, χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα της νοημοσύνης που μου είχαν απομείνει, και με την βοήθεια ενός συνετού φίλου, πέταξα στους ανέμους την συμβουλή του διάσημου σπεσιαλίστα και ξαναγύρισα στη δουλειά - στην εργασία, στην συνηθισμένη ζωή κάθε ανθρώπου' στην εργασία που είναι χαρά και εξέλιξη και προσφορά, και χωρίς την οποία εξαθλιώνεσαι και γίνεσαι κοινωνικό παράσιτο - και εν τέλει, ξαναβρήκα κάμποση δύναμη.

Όντας, φυσικά, καταχαρούμενη μ' αυτή τη μετά βίας διάσωση, έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία - διανθισμένη και με προσθήκες, για να πετύχω το ιδεώδες -, και έστειλα ένα αντίγραφο στον γιατρό που κόντεψε να με τρελλάνει. Ποτέ δεν το αναγνώρισε.

Αυτό το μικρό βιβλίο εκτιμάται και από τους ψυχίατρους αλλά και σαν καλό δείγμα ενός είδους λογοτεχνίας. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, έσωσε μια γυναίκα από παρόμοια τύχη - τρόμαξε τόσο πολύ την οικογένειά της που την άφησαν να βγει έξω, στην κανονική δραστηριότητα, και να γιατρευτεί.

Αλλά το σπουδαιότερο αποτέλεσμα είναι αυτό: Πολλά χρόνια αργότερα, μου είπαν ότι ο μεγάλος ψυχίατρος είχε ομολογήσει σε φίλους του πως είχε αλλάξει την θεραπευτική αγωγή για την νευρασθένεια, μετά που διάβασε την Κίτρινη Ταπετσαρία.

Το βιβλίο δεν είχε πρόθεση να οδηγήσει ανθρώπους στην παραφροσύνη, αλλά να τους σώσει. Και τα κατάφερε.

(Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία)

Η αιωνιότητα δεν αρχίζει μετά τον θάνατο. Είναι κάτι που συνεχίζεται για πάντα.
*
Όταν κάποιος είναι σίγουρος για το επικείμενο αναπόφευκτο τέλος, το απλούστερο από τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι να επιλέξει έναν γρήγορο και εύκολο τρόπο να τελειώσει τη ζωή του, παρά έναν αργό και φρικτό θάνατο.


Charlotte Perkins Gilman (1860–1935)
Στις 17 Αυγούστου, με υπερβολική δόση χλωροφόρμιου.
Θιασώτις της ευθανασίας, αποφασίζει να πεθάνει "γρήγορα
και ήσυχα" πεπεισμένη ότι δεν μπορεί να αντέξει στην
αγωνία της σοβαρής, για την εποχή της, ασθένειας από την
οποία προσεβλήθη.




Το άρθρο "Γιατί έγραψα την Κίτρινη Ταπετσαρία" δημοσιεύθηκε
τον Οκτώβριο του 1913 στο μηνιαίο περιοδικό "Forerunner" που
εξέδιδε η Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν.

(φωτ: britannica.com - 300 women who changed the world)

από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 1.5.09 4 comments

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

24 ~ Πένιο Πένεβ: η συνείδησή σου είναι ο ελεγκτής

Μονοπάτια

[....] Φιδωτά
από παντού
- από κάθε
διαμέρισμα - ξεκινούνε
και φτάνοντας ως
την κοντινή
πολυκατοικία
ακριβώς
στις πόρτες της μπροστά
σταματούνε.
Πόσα βήματα πάνω τους
έχουν αντηχήσει!
Πόσα βήματα η γη
άκουσε!
Όταν
έρθη
να κατοικήση
εδώ ένας
καινούργιος νοικάρης
μέσ' απ' το χορτάρι
νέο μονοπάτι
ευθύς
θα ξεκινήση.
Κ' είναι σάμπως τα πράγματα
να υπακούνε
σε κάποιο νόμον
έτσι
που
θα 'λεγες
πως κάθε μονοπάτι
χέρι είναι αδερφικά απλωμένο
σε φίλον αγαπητό —
στον άνθρωπο
[....]
Μακάρι
να θυμούμαστε όλοι
πάντα
αυτά
τα μονοπάτια.
Πάντα και πιο πολλά
πιο φαρδιά πάντα
παντού
έτσι πάντα
να ξασπρίζουν
και να οδηγούν
παντού, όπου
ζουν
άνθρωποι αγαθοί.
Να τ' αγαπούμε
αιώνια
να τα διατηρούμε.
Κι αυτό όπως
εννοείς
εχθρός δεν είναι
που να μην το φοβάται.
Μακάρι
ποτέ
τα μονοπάτια τούτα
να μη χορταριάσουν!

μτφ: Άρης Δικταίος*

Τρεις δεκάρες

[....] εδώ
κοντά στην είσοδο
στην αριστερή γωνιάν
υπάρχει
κυλικείο.
Μην περιμένης
χάνεις τον καιρό σου!
Κανένας
δε θα σε σερβίρη'
πάρε μόνος σου
αυτό πού θέλεις —
εδώ ο
καντινιέρης
είσαι εσύ!
Το πράγμα
πολύ απλό
γίνεται έτσι:
το ένα χέρι είναι
ο πωλητής
το άλλο χέρι είναι
ο πελάτης.
Στο αντικρυνό τραπέζι
το μικρό αυτό κουτί
που βλέπεις είναι
το ταμείο.
Ήπιες
να πούμε
μπύρα —
ρωτάς τον εαυτό σου:
Τι χρωστώ;
Τόσα
λες
και πληρώνεις
τον εαυτό σου
απ' τον εαυτό σου
θα ζήτησης τα ρέστα.
Εδώ
η συνείδηση σου είναι
ο ελεγκτής.
....

μτφ: Άρης Δικταίος*


Пеньо Пенев [Penio Penev] (1930-1959)
Στις 27 Aπριλίου, στο Ντιμίντροβγκραντ, με υπερβολική
δόση του υπνωτικού βερονάλ, λόγω βαριάς κατάθλιψης,
έντονων ψυχολογικών προβλημάτων και αλκοολισμού,
που τον είχαν οδηγήσει σε παλαιότερη απόπειρα, τον
Σεπτέμβρη του 1950





- Τα ποιήματα είναι από το βιβλίο του Άρη Δικταίου "Ανθολογία
Βουλγαρικής Ποιήσεως"
- εκδ.Δωδώνη, 1971.

* Όπως γράφει ο Άρης Δικταίος στην εισαγωγή,
το 80% των
μεταφράσεων ελέγχθηκε από τον Στέφανο Getchev, χωρίς
την συμπαράσταση του οποίου η εργασία του δεν θα πετύχαινε
ποτέ ό,τι πέτυχε
.

- Οι πληροφορίες για τον ποιητή, όπως και το φωτογραφικό
υλικό, είναι από την Yana D., την οποία και ευχαριστώ πολύ
για την βοήθειά της. - (φωτ: penjopenev.faithweb.com)


από Κατερίνα σ-Μ.. _Permalink ---> 10.4.09 2 comments