χωρίς άλλη αναβολή
Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012
Διαμαρτυρία κατά την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
Με την Ποίηση ενάντια στην Κρίση
Προσυγκέντρωση στις 12 το μεσημέρι μπροστά από το βιβλιοπωλείο Ιανός
Συν οδοιπορία προς το Σύνταγμα
ΔIA-ΜΑΡΤΥΡΙΑ
παγκόσμια ημέρα ποίησης
21 Μαρτίου 2012
όχι άλλη μια διαμαρτυρία,
αλλά
μια ΑΛΛΗ διαμαρτυρία
Επειδή η απειλή μιας Έρημης Χώρας, γίνεται όλο και πιο πραγματική ως προοπτική μέλλοντος για τον τόπο μας.
Επειδή έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε αν η ποίηση μπορεί να γιορτάζει τη μέρα της, ακίνδυνα και αθώα, όταν γύρω μας καταρρέουν το δίκαιο, η πνευματική μας υπόσταση, η χώρα μας η ίδια. Θελήσαμε να συναντήσουμε εμείς την ποίηση και την άνοιξη, στους δρόμους της Αθήνας, να αναζητήσουμε στην αμηχανία, στον θυμό και στην απόγνωση που έχουν πια τα βλέμματα των συμπολιτών μας, την ελπίδα της Αντίστασης..
Ο Κύκλος Ποιητών, τα περιοδικά Poetix και Ποιητικά, οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος και η αλυσίδα πολιτισμού IANOS καλούν ποιητές, συγγραφείς, ηθοποιούς, καλλιτέχνες, εκδότες αλλά και κάθε πολίτη σε συν οδοιπορία / δια-μαρτυρία, την Τετάρτη 21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, με όπλο την Ποίηση ενάντια στην Κρίση.
Σας καλούμε όλες και όλους, σε μια ΑΛΛΗ διαμαρτυρία: στις 21 Μαρτίου συνθήματά μας ας γίνουν τα ποιήματα, αναφορά μας οι Ποιητές μας, πλακάτ μας οι στίχοι που μπορούν να γεννήσουν έναν άλλο στοχασμό, ένα άλλο μέλλον μέσα από το παρόν και το παρελθόν μας.
Μια διαδήλωση υπεράσπισης ενός Πολιτισμού που δεν κρίνεται από την Κρίση, που όταν μνημονεύεται απαντά, με το δικό του τρόπο, στα όποια Μνημόνια...
Εκδόσεις:
Άγρα
Αίσωπος
Αιώρα
Αλλότροπο
Απόπειρα
Αρμός
Αστάρτη
Βήτα
Γαβριηλίδη
Γκοβόστη
Gutenberg
Διάπλαση
Διάττων
Δίαυλος
Διήγηση
Δόμος
Δρόμων
Ελφίλ
Ενάλιος
Ερίννη
Εριφύλλη
Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Ζήτρος
Θεμέλιο
Ιδεόγραμμα
Ίδμων
Ίκαρος
Ιωλκός
Καρδαμίτσα
Καστανιώτη
Κέδρος
Κοάν
Μαΐστρος
Μεταίχμιο
Μπαρτζουλιάνος
Ν & Σ Μπατσιούλας
Νάρκισσος
Νεφέλη
NovelBooks
Ολκός
Όπερα
Δ. Παπαδήμας
Παπαδόπουλος
Παπαζήσης
Παρουσία
Πατάκη
Περίπλους
Ι. Σιδέρης
Σμίλη
Σοκόλη
Ταξιδευτής
Τετράγωνο
Το Ροδακιό
Τυπωθήτω
Φιλιππότης
Χαραμάδα
Χρονικό
Ψυχογιός
Ωκεανός
Περιοδικά:
αντί χ λόγου
(δε)κατα
Εμβόλιμον
Κουκούτσι
Νέο Eπίπεδο
Πανδώρα
Πολίτες
Περιοδικά και εκδόσεις:
Μανδραγόρας
Οδός Πανός
Οροπέδιο
Πλανόδιον
Ελληνικό Ίδρυμα Ποίησης
Εταιρεία Συγγραφέων
κ.ά.
Στηρίζουν επίσης
Για όσους επιθυμούν να στηρίξουν την πρωτοβουλία
Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011
69 ~ Πάολο Ιασβίλι: Τα κουρασμένα μάτια ζητούν τον ύπνο
Η βροχή, η βροχή, το κρύο το λιβάδι, η αδύναμη σκιά.
Ποια είναι αυτή, και ποιος ο δρόμος; Κρύωνει η σκιά η αδύναμη
Μια στέγη ήθελε... Άργησε στο κρύο, με παγωμένη την ανάσα
Θα περπατάει για πολύ χωρίς να φτάνει πουθενά.
Έρχεται ο θάνατος... Για πού το 'βαλες ή από πού μας έρχεσαι;
Τα κουρασμένα μάτια ζητούν τον ύπνο, το σούρουπο κοντεύει.
Ένα κοράκι πίσω έμεινε από το σμήνος
Πονεμένε ταξιδιώτη, να βρεις τη νύχτα και να κλάψεις.
Δεν ξέρει ο άνεμος την ιστορία του λιβαδιού σε ποιον να τραγουδήσει
Δεν ξέρει η βροχή σε ποιανού την πόρτα μπροστά πικρά να κλάψει
Με τα κουρέλια τού ταξιδιώτη, ο κόρακας θα ζεσταθεί τις κρύες νύχτες
Ειρήνη σε όλους εκείνους που εκεί έξω θα πεθάνουν το χειμώνα!

Από μία λυρική διάθεση
Ποτέ δεν είχα νιώσει, έτσι αδύναμο πουλάκι ζαρωμένο
Μια αγάπη τόσο απέραντη, καρδιά να ξεχειλίζει
Σ' εσένα στρέφομαι και σε καλώ, αγάπη, σε προσμένω -
Τα μάτια μου το μαρτυράνε.
Τα βάσανά μου κι η χλομάδα, η αιώνια στραβωμάρα
Ούτε μια λέξη δεν νοώ στων αλλωνών τα λόγια
Τόσο μικρός και τόσο άγαρμπος, όλες τις λύπες έχω δοκιμάσει -
Όλα αυτά, ω ποθητή μου ομορφιά, εσύ τα 'χεις σφραγίσει.
Όταν πια δεν αντέχονταν η απελπισμένη αναμονή
Τότ' εμφανίστηκες εσύ, τότε η ζήλια μού 'τρωγε τα σωθικά.
Ηρέμησε, καλή μου, μη φοβάσαι το ασήμι στους κροτάφους -
Μια αχτίδα που προστέθηκε στην τόση αγάπη!
Τα τριάντα εφτά μου χρόνια πέρασαν
Όπως η σχέση του ζωγράφου με το αγαπημένο χρώμα.
Μαζί μου να είσαι, μ' εμέ τον θαρραλέο
Ίούτες τις μέρες τις μεγάλες κάθε στιγμή μαζί να πορευτούμε.
Ία μαύρα προμηνύματα μη σε σκοτίζουν
Όταν αδιάφορα απλώνεται στη νύχτα η σιωπή
Ίδια φοβερή όπως ο πόλεμος που πλησιάζει
Ίδια φοβερή όπως η σφαίρα που ετοιμάζεται να με βρει.
Paolo Iashvili პაოლო იაშვილი (1894–1937)
Στις 22 Ιουλίου, με πυροβόλο όπλο, στην Ένωση Συγγραφέων Γεωργίας, στην Τιφλίδα (Τμπιλίσι). Προσαρμοσμένος στην σοβιετική ιδεολογία, μετά από πιέσεις του Μπέρια που τον είχε "ανταμείψει" με την τοποθέτησή του ως μέλος της Πανακαυκασιανής Κεντρικής Επιτροπής, και έχοντας ήδη καταγγείλει συναδέλφους του ως "εχθρούς του λαού", δεν άντεξε πλέον να ενδώσει για μια ακόμα φορά - με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο - στην εκβιαστική πρόταση του Μπέρια ή να καταδώσει τον φίλο του, ποιητή Τιτσιάν Ταμπίτζε, ή να συλληφθεί και να βασανισθεί ο ίδιος από την ΝιΚαΒεΝτέ.
(Τρεις μήνες μετά την αυτοκτονία του, ο Τιτσιάν Ταμπίτζε συνελήφθη με χαλκευμένες κατηγορίες, υπέστη βασανιστήρια και εκτελέσθηκε τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.)

-πρωτότυπη φωτογραφία: jazzmena.wordpress.com
- Τα ποιήματα είναι από την Ανθολογία Γεωργιανής Ποίησης, 19ος-20ός αιώνας
Μετάφραση από τα γεωργιανά: Άνι Τσικοβιάνι
Ανθολόγηση και απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Νόλλας
Εκδόσεις: Καστανιώτης, 2001 - με την χορηγία του Υπ. Πολιτισμού
Link:
- Ο Πάολο Ιασβίλι στο μετά τιμής
Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011
68 ~ Τζέημς Ρόμπερτ Μπαίηκερ: Πλάκα κάνω!
Ο Τοντ κι εγώ ήμασταν φίλοι επί δώδεκα χρόνια, από τo UCLA, όπου αυτός σπούδαζε τέχνη κι εγώ εργαζόμουν πάνω στην διπλωματική μου στη σχολή κινηματογράφου. Με είχε βοηθήσει πολύ μετά τον χωρισμό μου με τον Πητ. Αν δεν είχα τον Τοντ, ίσως είχα κάνει κάτι πραγματικά ακραίο. Κάποιες φορές έμπαινα στον πειρασμό να σκέπτομαι τον Τοντ σαν πρότυπο, αναφορικά με τις σχέσεις. Αυτός και ο Φιλ ήταν μαζί δέκα χρόνια, παρά το γεγονός ότι δεν ήσαν μονογαμικοί. Και οι δυο είχαν ταυτοχρόνως "ασφαλείς περιπέτειες". Δεν είχα ηθικό πρόβλημα μ΄αυτό - έτσι κι αλλιώς δεν ήταν δική μου δουλειά - αλλά ήξερα πως αυτό το είδος συμφωνίας θα μπορούσε να με τρελλάνει. Ο Πητ κι εγώ ήμασταν μονογαμικοί, για όσο κράτησε η σχέση μας. Κανείς από εμάς δεν ήθελε να είναι με κάποιον άλλο για όλους αυτούς τους έξι μήνες.
-Tim and Pete-

Μαγνητοταινία 1
Ψιτ Τζιμ. Την ώρα που θ' ακούς αυτή την κασέτα, θα είμαι νεκρός.
Πλάκα κάνω! Αλλά μάλλον αναρωτιέσαι τι είν' αυτό. Ένα πράγμα που δεν είναι, είναι αυτό που περίμενες: μια κασέτα της παράστασης των Bad Religion στο Πάλας. Την έχασα τελικά. Πολλά συμβαίνουν.
Θα σου πω τι είναι, σε ένα επίπεδο τελοσπάντων. Ένα πείραμα. Ένα μυθιστόρημα, ένα ζωντανό μυθιστόρημα, ειπωμένο κατ' ευθείαν στην κασέτα. Χωρίς όλες τις κουραστικές δακτυλογραφήσεις και επιμέλειες, τους ατζέντηδες, τους εκδότες, τους τυπογράφους... Θα τα παραλείψω όλ' αυτά. Και είναι μία ζώσα νουβέλα επειδή διαδραματίζεται αυτή τη στιγμή, καθώς μιλάω. Εννοώ πως δεν ξέρω ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί. Δεν ξέρω πώς θα εκτυλιχθεί κάθε σκηνή. Αλλά έχω μια πολύ αδρή αίσθηση της αφήγησης.
-Testosterone-
James Robert Baker (1946–1997)
Στις 5 Νοεμβρίου, με απαγχονισμό, στο σπίτι του, στο Πασίφικ Παλισέιντς της Καλιφόρνια. Βιώνοντας συναισθηματική πτώση στα όρια της κατάθλιψης, λόγω των δυσκολιών να βρει εκδότη για το νέο έργο του, μετά τις εχθρικές κριτικές που δέχθηκε για το αμφιλεγόμενο βιβλίο του Τιμ και Πητ. Αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες και με ιστορικό καταχρήσεων (αλκοόλ, ναρκωτικά και ουσίες). Οι φήμες ότι οδηγήθηκε στην αυτοκτονία επειδή διαγνώσθηκε ως φορέας HIV, διαψεύσθηκαν από τον σύντροφό του, Ρον Ρόμπερτσον, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι ο Τζέημς δεν ήταν οροθετικός.

-πρωτότυπη φωτογραφία: en.wikipedia.org
Μετάφραση αποσπασμάτων: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
Ετικέτες G-L
Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011
67 ~ Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος: Ελπίζετε' αλλά ποτέ, ποτέ σας μη ζητείτε, τον κόσμον ον φαντάζεσθε, τον κόσμον ον ποθείτε
Ι
Εις μάτην επεζήτησα παντού την ευτυχίαν'
δεν εύρον ειμή στεναγμόν και πόνον και πικρίαν'
όσας καρδίας έθιξα παλμόν δεν είχον ένα,
και αίσχ', υπό την καλλονήν, υπήρχον κεκρυμμένα.
Και ήδη, τα συντρίμματα εγκλείων της καρδίας,
ψυχρός ορθούμαι θεατής της ζώσης κωμωδίας,
ην παίζετε περί εμέ' ενίοτε δακρύω,
και με το δάκρυ μου αυτό την μοίραν σας δεικνύω.
Γελάτε ήδη' και εγώ καθώς υμείς εγέλων
κ' ευδαιμονίαν έπλαττον, κ' εφανταζόμην μέλλον.
Ο γέλως ήδη έσβεσε, και ο σπασμός του μόνον
δεικνύει την μετατροπήν της ηδονής εις πόνον.
Ω μη, ω μη το πυρ αυτό του έρωτος σκορπάτε
εις χώραν άγονον, εν η ο στεναγμός γεννάται,
όπου ως λύπης σύνθημα προφέρεται ο έρως
συνεπιφέρων νέκρωσιν του βίου παρακαίρως.
Το πυρ του έρωτος - ωστόσο το πυρ του τις αρνείται
Δεν έχει και ο ήλιος; και όμως εξαντλείται,
οπόταν τας ακτίνας του περί τους πόλους ραίνη,
και χάνη την θερμότητα και ούτος' δεν θερμαίνει.
Οπόταν όνειρον γλυκύ τας σκέψεις στεφανώνη,
ποθούμεν πράγμα να γενή' και όμως άμα μόνη
αρχή πραγματικότητος φανή, ταχύς ο κόρος
προσβάλλει του ονείρου μας την τέρψιν παραφόρως.
Ενώ αν τ' όνειρον σωθή, τουλάχιστον μας μένει
αόριστός τις ηδονή περικαλυπτομένη
με ομιχλώδη καλλονήν, και η ελπίς μάς στέφει,
και σχίζουν αι ακτίνες της του βίου μας τα νέφη.
Ελπίζετε' αλλά ποτέ, ποτέ σας μη ζητείτε
τον κόσμον ον φαντάζεσθε, τον κόσμον ον ποθείτε,
ον εκβλαστάνει η ψυχή και τρέφει η καρδία,
να εύρητε εν τη ψυχρά τής γης μας κοινωνία.
Φυλάξετέ τον' γέροντες οπόταν καταβήτε
εις της ζωής το όριον, εν άνθος θα ιδήτε
να στέψη την εσχάτην σας εκείνην κατοικίαν'
θα είν' ο έρως άπειρον εκχύνων ευωδίαν.
ΙΙΙ
Πλανώμαι, όπως φάντασμα, ωχρός, μεμαραμμένος,
είναι ο γέλως μου πικρός και διακεκομμένος,
και είναι κοιμητήριον η κρύα μου καρδία,
και μόνον πένθους αντηχεί εντός μου αρμονία.
Και ο εντός μου θάνατος προς τον εκτός με αίρει,
δεσμός ακαταμάχητος προς τους νεκρούς με φέρει,
και λίβανος με φαίνεται το μύρον των ανθέων,
και σήμαντρον η μουσική επικηδείως κλαίον.
Ναι' αγαπώ να σκέπτωμαι εις των νεκρών την πόλιν'
παρά τους οίκους της συχνά διήλθον νύκτα όλην.
Είναι καν αύτη των νεκρών σιωπηλόν μνημείον,
ουχί παντός αισθήματος ψυχρόν νεκροταφείον.
Είναι η πόλις των νεκρών πόλις αγνή, αγία,
αγνή καθώς ο θάνατος, καθώς η ηρεμία,
και είναι άσυλον εκεί, παρήγορος αγκάλη,
εν η σιγά η συμφορά, εν η η λήθη θάλλει.
Ο λίθος... έχει αίσθημα ο λίθος και καρδίαν'
είδον πολλάκις επ' αυτού την νύκτα, την πρωίαν,
ως δρόσον δάκρυα πολλά' μας αγαπούν οι λίθοι,
πλην του ανθρώπου η ψυχή ποτέ δεν ελυπήθη.
Ναι, αγαπώ να σκέπτωμαι εις των νεκρών την πόλιν'
παρά τους οίκους της συχνά διήλθον νύκτα όλην,
και ήκουσα φωνάς τινας ηχούσας αλλοκότως,
και με εφάνη στεναγμών και φιλημάτων κρότος'
και είδον, ως διάττοντες αστέρες να πλανώνται
επί των τάφων αι σκιαί όσαι ανταγαπώνται,
και ήκουσα παράπονα, ψιθυρισμούς ηπίους
επί πολύ ταράττοντας τους τόπους τους αγίους.
Εν ζεύγος μάλιστα μακράν εκάθητο των άλλων,
και ήκουον το στήθος του σφοδρώς ταχέως πάλλον,
και όρκους πάλιν ήκουον αγάπης βαθυτάτης,
λέξεις γριφώδεις, σκοτεινάς, αγάπης γλυκυτάτης.
Οίμοι! δεν ήσαν οι νεκροί' ήτο εικών ιδία,
και διετύπου παρελθόν θρηνούσα φαντασία,
και της νυκτός παρήρχετο το σκότος και το κάλλος,
και της ψυχής μου έπαυε και των νεκρών ο σάλος.

Ασμάτιον
Όπως βλέπεις εις την λίμνην την εικόνα σου πιστήν,
άνω ταύτης όσω είσαι'
άμα δε αναχωρήσης, έπαυσες να ζωγραφήσαι,
και η λίμνη διαγράφει την εικόνα σου αυτήν.
Ούτω και ενόσω μένης εις την φίλην σου εμπρός,
σ' εικονίζει, αγαπάσαι'
φεύγεις; αι στιγμαί εκείναι θα διαγραφώσι πάσαι,
και θα έλθουν πάλιν άλλοι να κατοπτρισθούν λαμπρώς.
Εις τον άνεμον μη λέγε τα δεινά σου'
δεν σ' ακούει.
Εις την άμμον μη χαράσσης τ' όνομά σου'
θα χαθή.
Όστις κρούει την ψυχήν την γυναικείαν,
μάτην κρούει'
ό,τ' εις γυναικός χαράξης την καρδίαν θα σβεσθή.

Ματαιότης ματαιοτήτων
Ματαιότης! λέγουν όσοι κύπτοντες υπό το γήρας,
της νεότητος φθονούσι την ακμαίαν ηλικίαν'
και τα σκωριώντα όπλα παρατάττοντες της πείρας,
την σταγόναν της πικρίας ρίπτουσιν εις την καρδίαν.
Τις του έαρος δεν δρέπει τα ευώδη άνθη μόνον,
επειδή μακρόθεν έρπει προσεγγίζων ο χειμών;
Τι; το πεπρωμένον ψύχος προλαμβάνοντες των χρόνων
να μη δρέψωμεν το έαρ των ολίγων μας στιγμών;
Είναι όνειρον ο βίος' αλλά τ' όνειρον εκείνο
κάλλιον γλυκύ ας είναι και με ρόδα ας κοσμήται'
συνεχούς οδύνης μάλλον σύντομον χαράν προκρίνω'
λησμονείται η οδύνη, η χαρά δεν λησμονείται.
Ματαιότης ο αφρίζων εν τω ποτηρίω οίνος,
ματαιότης και τα χείλη τα διψώντα ασπασμών;
Αν πραγματικότης είναι εις την γην αυτήν ο θρήνος,
ας κενώσω την φιάλην, την απάτην προτιμών.
Όταν θύελλαι και νέφη, όταν θλίψεις και πικρίαι
κάμψωσι το σώμα τούτο παρά τη εσχάτη κλίνη,
το ωχρόν θα πέμπουν φως των αι φυγούσαι ευτυχίαι,
ως αναπολεί την λάμψιν του ηλίου η σελήνη.
Μη διώκωμεν ματαίως την ποικίλην χρυσαλλίδα
ήτις περιιπταμένη προκαλεί τον στεναγμόν'
ας αφήσωμεν να χαίρη την εκφεύγουσαν ελπίδα'
άνθη δρέπουσι το έαρ και ελπίζει ο χειμών.
Παρατείνεται η λάμψις του εκλείψαντος ηλίου
όταν διαυγής απλούται εν τη δύσει ο ορίζων'
Διατί σωρεύων νέφη εις τον ουρανόν του βίου
να γηράσω παρακαίρως την νεότητα σκοτίζων;
Ματαιότης! αλλά είναι η παιδεία ματαιότης'
ψεύδη όπισθεν γριφώδους οχυρούμενα σκηνής'
θέλει έρωτα και μέθην, θέλει ύλην η νεότης,
είναι αληθώς ωραία η μορφή της ηδονής.
Πριν η ύπαρξίς μας πέση εις την δίνην των αιώνων
και ο όρκος με αλύσεις σιδηράς μάς περιβάλη,
από της Στυγός τας όχθας δρέψωμεν χαράν καν μόνον,
πέραν δεν υπάρχει πλέον η του έρωτος αγκάλη.
Όταν φίλημα προτείνη η πορφύρα των χειλέων,
κ' εξογκούμενα τα στήθη ερωμένης αγαστής
προκαλώσι περιπτύξεις, όνειρον δεν είναι πλέον,
ματαιότης δεν θα είπη και ο Εκκλησιαστής.

Εις το ρόδον της
Εις της ζωής τον ανθηρόν χειμώνα εμειδίας
Πλήρες ζωής και χάριτος, ω άνθος των ανθέων.
Εις τα σεμνά τα στήθη της με χάριτας οποίας
Επανεπαύεσο σφριγούν την νάρκην αποπνέον,
Ότε πιστός της σύντροφος εν μέσω τρικυμίας,
Χορών, ασμάτων, στεναγμών, γελώτων τρικυμίας,
Σεμνόν ηγρύπνεις, άναυδες εις την πνοήν της τρέμον.
Πλην φευ! ο πρώην άγγελος, ήδη αλάστων δαίμων,
Αντί θυσίας τρυφεράς, με αστοργίας όμμα
Δωρεί ως μόνην αμοιβήν το παγετώδες χώμα.
Μάθε, ω ρόδον, όμως
Της γυναικός ο νόμος
Είναι δι' όλους απηνής' στα παγερά της στήθη
Λαμπρά απλούται τράπεζα... ο Έρως και η λήθη
Συνδαιτυμόνες σταθεροί, σ' ανθρωπινάς θυσίας,
Κερνούν οδύνην, θάνατον, εις τρυφεράς καρδίας.
Μου είπον πως απέθανες την νύκτα ενώ εκοιμάσο
Και εις όνειρα επαφρόδιτα νυκτερινά επλανάσο.
Τρισόλβιον! σε συμπονώ, την τύχην σου ζηλεύω,
Αυτήν την χάριν τ' ουρανού νυχθημερόν γυρεύω,
Να αποθάνω ως και συ, ή εν απελπισία...
Ιδού η μόνη αληθής του τάφου αθανασία:
Να σε κοιμήση ο κεραυνός, ή ότε απηλπισμένος
Απέρχεσαι άγευστον ευρών, τον βίον βαρυμένος.
Δεν έχει θέλγητρα η ζωή, φρίκην η ερημία,
Δεν είν' ο Άδης τρομερός εν τη απελπισία!...

Δεν θέλω δόξαν
Δεν θέλω δόξαν• προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα
Nα αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,
Kαι η ζωή μου, ως γλυκύ τι όναρ διαβάσα,
Eις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.
Kαι η σκιά της κυπαρίσσου
Tην μνήμην μου ας περιπτύσση•
Aυτή ας λέγη –ενθυμήσου–
Aν έλθη τις να με θρηνήση.
Δεν θέλω δόξαν• με αρκεί ο βίος ούτος μόνον•
Διεμελίσθη αρκετά υπό της κοινωνίας•
Προς τί να πέση έρμαιον εν μέσω των αιώνων
Ίν' ανατέμνηται ψυχρώς υπό της ιστορίας;
O άνθρωπος αχάριστος επλάσθη αιωνίως•
Aν ο Σωκράτης αρετή υπήρξε πληρεστάτη,
Aλλ' εν τη δόξη και αυτού πικρός περά ο βίος•
O φθόνος έτι σήμερον αυτόν κατασπαράττει.
Δεν θέλω δόξαν• την σιγήν ερά η ευτυχία,
Kαι εις τους κόλπους κρύπτεται ο έρως της εσπέρας.
H αληθής συγκίνησις είναι δειλή, πραεία,
Kαι η χαρά η ομαλή ποτέ δεν έχει πέρας.
H ιστορία, πυραμίς κρατούσα τας μουμίας
Aς εβαλσάμωσε ποτέ καλώς η ειμαρμένη,
Προβαίνει σαγηνεύουσα τας ευγενείς καρδίας,
Aντί δακρύων μαλερών βωμούς υποσχομένη.
Ως τυμβωρύχος, αποινεί την κόνιν ανορύσσει
Tων απ' αιώνος εν τη γη βαθέως κοιμωμένων•
Eπαίνους μετά καταρών επί αυτών θα πτύση•
K' είναι το βάδισμα αυτής δειλόν, συγκεχυμένον.
Δεν θέλω δόξαν• εις της γης τας ατραπούς αν βαίνω,
Tον ουρανόν το όμμα μου πιστώς ενατενίζει.
H δόξα έρπει εις την γην• παρά τω πλάστη μένω,
Oπόταν εις το άπειρον ο νους μου βηματίζη.
Aς ανυμνή την παγεράν ισχύν η οικουμένη•
Aς στέφωσι την κεφαλήν του ήρωος με στέμμα•
H νίκη, άνωθεν σωρού πτωμάτων ιπταμένη,
Φρικώδη φέρει στέφανον, βαμμένον εις το αίμα.
Iδέ εν μέσω των νεφών την ίριδα• εκείνη
Eίναι ελπίδος σύνθημα εντός τοσαύτης λύσσης.
Aς χύνη πέραν κεραυνούς η θύελλα, ας χύνη,
O έρως μένει δι' ημάς, ο έρως και η φύσις.
Tων Γαλατών δεν πρόκειται τα στίφη να νικήσης
Ώ Kαίσαρ• δύνασαι στιγμήν δια νικών μυρίων
Eκ του μοιραίου της ζωής ορίου να κερδίσης;
– Oυχί! ο Bρούτος απαντά δια πληγών καιρίων.
Δεν θέλω δόξαν• προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα
Nα αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,
Kαι η ζωή μου, ως τερπνόν τι όναρ διαβάσα,
Eις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.
Kαι η σκιά της κυπαρίσσου
Tην μνήμην μου ας περιπτύσση,
Aυτή ας λέγη –ενθυμήσου–
Aν έλθη τις να με θρηνήση.
Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873)
Στην Αθήνα, από εγκεφαλική συμφόρηση μετά από 37 μέρες άρνησης για λήψη τροφής. Πεσσιμιστής, μελαγχολικός και πεισιθάνατος, σε «μια συνεχή εσωτερική διαμάχη, καθώς βρίσκεται σε ατομικιστική απόγνωση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον ήλιο και τη νύχτα, το χρόνο και το θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το παρόν και το παρελθόν, εν τέλει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.»

-πρωτότυπη φωτογραφία: Νέα Εστία, τχ.1115
- Τα τρία πρώτα ποιήματα είναι από την Νέα Εστία, τχ. 1115, Χριστούγεννα 1973 (αρχείο ΕΚΕΒΙ)
- το τέταρτο ποίημα είναι από το τεύχος 1272/Ιούλιος 1980, του ίδιου περιοδικού, και
- το τελευταίο ποίημα "Δεν θέλω δόξαν" είναι από την Βικιθήκη
Link:
- Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος στον ιστότοπο Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης
Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011
66 ~ Χάντερ Σ. Τόμσον: Όχι πια παιχνίδια, όχι άλλη διασκέδαση
*
Οι περισσότεροι άνθρωποι θα αποποιηθούν τις εξαρτήσεις τους - αλλά όχι εγώ. Είμαι εθιστική προσωπικότητα και οι ιατρικοί ειδήμονες συμφωνούν πως δεν μπορώ να θεραπευτώ - πράγμα που ενοχλούσε τους ανθρώπους που έβαζαν υποψηφιότητα για πρόεδροι όταν εμφανιζόμουν χωρίς προειδοποίηση αργά τη νύχτα στα σπίτια τους για απρογραμμάτιστες αντιπαραθέσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας ή αναδρομικής φορολόγησης ή φημών για ιδιωτικά σκάνδαλα.
Αλλά όλα αυτά πριν πολύ καιρό' τα πράγματα είναι διαφορετικά τώρα. Άπαξ και δηλώθηκα ως πολυεθισμένος δεν υπήρξαν πια προβλήματα με γραφειοκρατικές διατυπώσεις ή φόβους δημόσιας έκθεσης και ανυποληψίας μόνο και μόνο επειδή εθεάθησαν μαζί μου.
Κανείς υποψήφιος δεν θα διακινδύνευε να συνδεθεί με έναν "ύποπτο" για εθισμό, αλλά ένας καταγεγραμμένος, ένας που έχει ο ίδιος ομολογήσει τον εθισμό του, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα.
-Better Than Sex
Confessions of a political junkie-

Το διαμέρισμά μου στην Νέα Υόρκη ήταν στην Πέρρυ Στρητ, πέντε λεπτά δρόμος από το White Horse. Έπινα συχνά εκεί, αλλά ποτέ δεν ήμουν αποδεκτός επειδή φορούσα γραβάτα. Οι αυθεντικοί άνθρωποι δεν ήθελαν παρτίδες μαζί μου.
Ήπια κάμποσο εκειπέρα, τη νύχτα που έφυγα για το Σαν Χουάν. Ο Φιλ Ρόλλιν, που θα δούλευε μαζί μου, πλήρωνε τις μπύρες, κι εγώ τις κατέβαζα, προσπαθώντας να μεθύσω αρκετά ώστε να κοιμηθώ στο αεροπλάνο. Ο Αρτ Μίλλικ, ο πιο ακόλαστος ταξιτζής της Νέας Υόρκης, ήταν εκεί. Εκεί ήταν και ο ο Ντιουκ Πέτερσον, που μόλις είχε επιστρέψει από τις Παρθένες Νήσους. Θυμήθηκα ότι μου είχε δώσει μια λίστα με ονόματα για να έρθω σε επαφή όταν έφθανα στο Σαιντ Τόμας, αλλά έχασα τη λίστα και ποτέ δεν συνάντησα κανέναν απ' αυτούς τους ανθρώπους.
Ήταν μια διαβολεμένη νύχτα, καταμεσής στο Γενάρη, αλλά εγώ φορούσα ένα ελαφρύ κοτλέ πανωφόρι. Όλοι οι άλλοι φορούσαν βαριά τζάκετς και φανελένια κοστούμια. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να στέκω πάνω στα βρώμικα τούβλα της Χάντσον Στρητ, ανταλλάσσοντας χειραψίες με τον Ρόλλινς και να καταριέμαι τον παγωμένο αέρα που φυσούσε απ' το ποτάμι. Ύστερα μπήκα στο ταξί του Μίλλικ και κοιμήθηκα όλο το δρόμο ως το αεροδρόμιο.
-The rum diary-

Είμασταν κάπου κοντά στο Μπάρστοου στις παρυφές της ερήμου όταν η ντρόγκα άρχισε να πιάνει. Θυμάμαι ότι είπα κάτι σαν "Αισθάνομαι κάπως ζαλισμένος' ίσως πρέπει να οδηγήσεις εσύ..." Και ξαφνικά μια φοβερή βοή ξέσπασε γύρω τριγύρω μας και ο ουρανός γέμισε με κάτι πράγματα που έμοιαζαν με πελώριες νυχτερίδες που ορμούσαν και στρίγκλιζαν και χιμούσαν όλες γύρω από το αυτοκίνητο που έτρεχε με εκατό περίπου μίλια την ώρα, για το Λας Βέγκας, με την κουκούλα κατεβασμένη. Και μια φωνή ούρλιαζε: "Ιησού Χριστέ! Τι είναι αυτά τα αναθεματισμένα ζώα;"
Λίγο μετά έγινε ησυχία. Ο δικηγόρος μου είχε βγάλει το πουκάμισό του κι έχυνε μπύρα στο στήθος του για να επιταχύνει το μαύρισμα. "Τι στο διάλο φωνάζεις;" μουρμούρισε στρέφοντας το κεφάλι προς τον ήλιο με τα μάτια κλειστά κι ολόγυρα καλυμμένα με ισπανικά γυαλιά ηλίου. "Μη χολοσκάς" είπα. "Σειρά σου να οδηγήσεις".
-Fear and loathing in Las Vegas-

Στους φίλους που μου δάνειζαν χρήματα κι
ευτυχώς με κρατούσαν άνεργο. Κανείς συγ-
γραφέας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς
αυτούς. Ευχαριστώ άλλη μια φορά. HST
Οι Άγγελοι της Κόλασης φαίνεται πως έχουν προτίμηση στις βαριές Χάρλεϊ. Τα μέλη της λέσχης χρησιμοποιούν συνήθως παρατσούκλια που τα ορίζουν σαν επίσημο όνομά τους, και μ' αυτό το όνομα διακινούνται στα μητρώα των λεσχών. Μερικές λέσχες θέτουν ως προϋπόθεση ότι οι αρχάριοι πρέπει να κάνουν τατουάζ, το κόστος του οποίου περιλαμβάνεται στα τέλη εγγραφής. Ο συνηθέστερος κοινός παρονομαστής στην αναγνώριση των Αγγέλων της Κολάσης είναι μάλλον ένα γενικό καθεστώς ρυπαρότητας. Οι αστυνόμοι του ανακριτικού αναφέρουν επίμονα, ότι αυτοί οι άνθρωποι, τόσο τα μέλη της λέσχης όσο και οι συντρόφισσές τους, δείχνουν να χρειάζονται επειγόντως μπάνιο. Τα δακτυλικά αποτυπώματα είναι μια πολύ αποτελεσματική μέθοδος εξακρίβωσης επειδή ένα υψηλό ποσοστό των Αγγέλων της Κόλασης έχουν ποινικό μητρώο.
-Hells Angels
A Strange and Terrible Saga-

Αμερική... ακριβώς μια χώρα διακοσίων εκατομμυρίων πωλητών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, με όλο το χρήμα που χρειαζόμαστε για να αγοράσουμε όπλα, και χωρίς καμμία ηθική αναστολή να σκοτώσουμε οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο προσπαθεί να μας ξεβολέψει.
*
Καλύτερα να μεριμνήσεις για μένα, Κύριε' αν δεν το κάνεις θα με πάρεις στα χέρια σου.

Όχι Πια Παιχνίδια. Όχι Πια Αποτυχίες. Όχι Άλλα Περπατήματα. Όχι Άλλη Διασκέδαση. Όχι Πια Κολύμπι. 67. Παναπεί 17 χρόνια μετά τα 50. 17 περισσότερα από όσο χρειαζόμουν ή επιθυμούσα. Βαρεμάρα. Είμαι πάντα χαιρέκακος. Κανένα Γούστο - για κανέναν. 67. Γίνεσαι Άπληστος. Φέρσου κατά πως πρέπει στην ηλικία σου. Χαλάρωσε - Δεν θα πονέσει.
(σημείωμα αυτοχειρίας)
Hunter Stockton Thompson (1937–2005)
Στις 20 Φεβρουαρίου, λίγο πριν τις 6 το απόγευμα, στο ράντσο του, στο Γούντι Κρηκ του Κολοράντο με πυροβολισμό στο κεφάλι του.

(φωτ: articles.sfgate.com)
Μετάφραση αποσπασμάτων: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
Links:
- O Χάντερ Τόμπσον στο Σαν Σήμερα
- O Χάντερ Τόμπσον στην Ελευθεροτυπία (18.5.2005)
Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011
65 ~ Βασίλης Λιάσκας: σιμότερα προς την καρδιά της γης
Μισός στο φως μισός μες στο σκοτάδι,
κορμί ανεμόσαρκο, ψυχή πριονισμένη,
του βάλτου ανασαίνοντας τον πυρετό,
κιτρινισμένο αίμα.
Το σώμα μου προσφέροντας στου κόσμου τη χαρά
χάνω το ένα μάτι μου
και βρίσκω τ' άλλο αστέρι,
με σέρνει η παλίρροια
η άμπωτη μ' αφήνει.
Παιχνίδι του άσκοπου καιρού,
ίσκιος εχθρού, τρεμούλιασμα της πέτρας,
μ' ένα μονάχα πήδημα σε βρίσκω και σε χάνω,
τραμπάλισμα της ηδονής,
της δίκοπης στιγμής
η ευτυχία.
*
Γ, ΙΙ
Ψάχνει ο Θεός μες στο νερό και βρίσκει το κορμί μου
ο διάβολος στον άνεμο για να 'βρει τη σκιά μου,
ψάχνω κι εγώ στα σκοτεινά
βαθειά στα πεθαμένα στρώματα,
στα ναρκωμένα σπέρματα,
τις κοιμισμένες ρίζες.
Ψάχνω για το κρεβάτι της φωτιάς
της στάχτης το σεντόνι,
για τη δική μου μοναξιά,
για τον ξεφλουδισμένο ήλιο μου
στης λάσπης το βυθό.
Εκεί στη ζεστασιά
σιμότερα προς την καρδιά της γης,
ίσως να ξαναβρώ
τον πρόγονό μου που δεν γνώρισε το φόβο.
*
Γ, Χ
Τι όνειρο πάλι κι αυτό
ενώ δεν εκοιμήθηκα καθόλου,
κι' όμως μεθά κανένας από έπαρση
περσότερο από την καλωσύνη που του δείχνουν,
κι' όταν βρεθεί ψηλά όλα ανάποδα τα βλέπει
σαν οι καπνοί διαλυθούνε.
Λοιπόν, σας τις χαρίζω όλες τις πομφόλυγες,
δώστε μου όμως πίσω τη ζεστή μου τη γωνιά
κάτω απ' του Θεού τη σιωπή,
κι' ο κόσμος όλος γύρω μου απλός
κι' αιώνιος να υπάρχει.
~ από το βιβλίο Προφητεία ή Ο μεθυσμένος βάτραχος
Εκδ. Δίφρος, 1973

Αίμα
Ένας μικρός τελείως ανεπαίσθητος
περνάει κραδασμός στα σκοτεινά βάθη,
κι' ευθύς ανασκιρτούνε των φλεβών οι μαίανδροι,
το κόκκινο κύμα όπως τους κατακλύζει,
μια αυλαία τότε υψώνεται βελούδινη πελώρια
κι' η έλξη ενός μεσουρανήματος λαμπρού μάς μαγνητίζει.
Κόκκινο το μαντήλι μου έβαψα κι' ακόμα κυματίζει,
γιατί ήταν βαθειά η λαβωματιά
μαύρο το τόξο του νυχιού, λευκή αστραπή το δόντι,
κι' ανθίσαν τόσες κόκκινες, κατακόκκινες πληγές,
που τώρα ανασαλεύουν
στον άνεμο λουλούδια.
Πόσο προκλητική της ανθρώπινης σάρκας η μυρουδιά,
πάντα σχεδόν των αγριμιών υγραίνει τα πτερύγια.
. . . . . . .
Αίμα από εκατόμβες από ανθρωποσφαγές,
της ανταρσίας λαμπερό κι ωραίο πάντα αίμα,
κάποιος ανέβηκε για να εκδικηθεί
και χτύπησε μεσ' την καρδιά το νεαρό φεγγάρι
ω πόσο αλήθεια αίμα.
. . . . . . .
τώρα μέσα σ' ένα αιμάτινο λουτρό
στο κόκκινο του σπαραγμού το κύμα,
ίσως ακόμα μια φορά να ξαναγεννηθώ.
*
Και τώρα που γλιστρώ στη σιωπή,
αντλώ ξανά τη δύναμη,
και προσδοκώ ν' αρχίσω τη ζωή μου πάλι απ' την αρχή,
έναν πυρσό εξόδου υψώνοντάς τη,
με τον καιρό,
όταν στον κύκλο των ζωδίων μας,
ο Αστερισμός του Λέοντος και πάλι θα εμφανισθεί.
*
Ζεστός ο κόλπος της μητέρας,
πάντα ζεστή η ανασεμιά της γής,
γλυκό είναι το λίκνισμα
απ' της ζωής τη θέρμη.
*
Σάββατο βράδυ νυστάξαμε το θάνατο
ξημέρωμα ωστόσο Κυριακής
γρηγορήσαμε και πάλι τη ζωή μας.
συλλoγή: Οι πρωτόπλαστοι
~ Νέα Εστία τχ. 730 (ΕΚΕΒΙ)

Μονάχος
μεταξύ ουρανού και γης απόμεινα,
ωστόσο μήτε μοναξιά
ουδέ ερήμωση νιώθω.
*
Ψαύω το σώμα
τους μυώνες δοκιμάζω,
το χνούδι μου αναζητώ ψηλαφητά.
Τότε ένα απόμακρο τύμπανο σα ν' ακούω
και το μυριόχορδο αντηχείο της καρδιάς
των αστεριών το βόμβο αναδίδει
των άγνωστων ηλίων το βλεφάρισμα,
τους ψίθυρους των μυστικών χυμών της γης.
Ψαύω το σώμα μου,
ακούω ενδόμυχα να σφύζουν απαλά
του ακαταμάχητου οι ρυθμοί,
και το ανθρώπινο βάρος μου
ήσυχα υπομένω.
*
Η ετοιμόρροπη σκάλα δεν έτριξε διόλου,
κρατήθηκες στα κάγκελα,
και πέρασες απ' το σιωπηλό διάδρομο
στα νώτα του σπιτιού
όπου το σκοτεινό παγώνι ανοίγει τα φτερά του.
Σαν το 'νοιωσα, ήταν αργά πολύ,
μα πόσα χρόνια πέρασαν;
κι' ο ίσκιος σου
νυχτώνει πάντα τον ουρανό μου.
Ήταν αργά για να φωνάξω πια
το στόμα μου είχε γεμίσει στάχτη
κι' έξω
το φως επάλευε με τα σκληρά διαμάντια.
συλλoγή: Καταγωγή
~ Νέα Εστία τχ. 831 (ΕΚΕΒΙ)

Καφενείο
Κίτρινες μάσκες λυώνουνε
στο φως τόσων κηρίων
στη βασιλεία του σκακιού.
Ο τελευταίος πελάτης μάχεται
τη θλίψη της Δευτέρας
και πάνω στο ψυχρό μάρμαρο
το πτώμα μιας εφημερίδας.
*
Μακρυά στ' άγνωστο άστρο έπλεξα το καλύβι μου
κι' ένα δικό μου κύκλο χάραξα
πέρα από το συγκροτισμό των ανθρωπίνων,
ο άνεμος σκορπά την τέφρα των μαλλιών μου
βράδυ και πρωί,
κι ω θλίψη,
να βλέπεις από μακρυά το δάσος της ζωής να καίγεται
μ' όλα τα ζώα του και τα πουλιά του.
συλλoγή: Ατέλειωτη άσφαλτος
~ Νέα Εστία τχ. 893 (ΕΚΕΒΙ)
Πέφτοντας στο κενό από το παράθυρο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν. Με έντονο το συναίσθημα της μοναξιάς, καταβεβλημένος και ταραγμένος μετά τον θάνατο της μητέρας του που δεν μπορούσε να ξεπεράσει.

(φωτ: pandektis.ekt.gr)
Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011
64 ~ Κλεάνθης Τριαντάφυλλος: Α! πολύ δε θα βαστήξω!
Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ' η στάνη!...
Λαέ, μεγάλε Βασιλιά, που παίζεις με το Θρόνο,
που μία σκούφια νυχτικιά για στέμμα τού περνάς'
που του φωνάζεις άξαφνα: "Γκρεμίσου! σε σαρώνω!"
Τι μαύρο μαύρο μήνυμα για μερικούς μηνάς
και τι κακούργιο μούντζωμα με τον καινούριο χρόνο;
A! μούντζωμα μουντζούρωμα δεν έδωκες ακόμα
σ' εκείνους οπού σ' έχουνε μουντζουροβουτηχτό...
Μα τα 'χασες και συ, λαέ! είν' η πατρίδα κόμμα,
σε ζώνει με συνδυασμό αδιάντροπομ φριχτό
και σε ζαλίζ' η φοβερή της ρουσφετίλας βρώμα!
Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ' η στάνη!...

Ο Ραμπαγάς
Θες την εξουσία
πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία
γίνε Ραμπαγάς!
Με τους δημοκράτες
είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες
να καλοπερνάς.
Πιφ! παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω.
Πιφ! παφ! πετσώματα
κι είμαι παντ' αγάς
μ' όλα τα κόμματα
ο Ρα - ο Ραμπαγάς!
Σκύλος που γαυγίζει
όξ' απ' την αυλή
που τα δόντια τρίζει
και σε απειλεί.
Που γρινιάζει, στρίφτει,
σαν τον κυνηγάς
κι αν τ' ανοίξεις γλείφει...
Να ο Ραμπαγάς!
Πιφ! παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω.
Όσους μ' έχουν στύλο
της αριστεράς,
στην οργή θα στείλω
αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει
όπως κι αν λυγάς,
χέλι που γλιστράει,
είν' ο Ραμπαγάς.
Χρώμα πως αλλάζω!
Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω,
παρδαλός δειπνώ.
Είμαι τέλος σβούρος
κρίνε με, ιδού!
Ως ο Κουμουνδούρος
κρίνει το Σαρδού.
Είπαν του Γαμβέττα
μοιάζω, αμή δε;
Ραμπαγά πορτραίτα
γύρω σου ιδέ.
Είναι κι η Αθήνα
ένα Μονακό,
π' αγριεύει η πείνα
τον πολιτικό.
Πιφ! Παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω,
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω!

Σε μια ξερακιανή
Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!
Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί ...πεθαίνω για τσιροσαλάτα.

Όλο γελά, θαρρείς και στα λακκάκια
που βλέπεις στο δροσάτο μάγουλό της
έχουν φωλιά τα γέλια σαν πουλάκια
και κελαδούν σκοπό τους το σκοπό της.
- Με πέθανες! της λέω και γελάει.
Ορκίζεται ποτέ της να μη κλάψει.
Λέει δεν έμαθε ποτέ της να πονάει,
και δεν τη μέλει τι καρδιές θα κάψει.
Ωιμέ! την είδα δάκρυα να χύνει,
να πνίγει το αιώνιό της χάχα,
γιατί στην τραχηλιά της είχε μείνει
μια σούφρα ασιδέρωτη μονάχα.

Εργάτης! Να ο άνθρωπος!..
Το μέτωπό του ιδρώνει,
και όξ' απ' τον παράδεισο
παράδεισο μυρώνει!..
*
Φως, φως ολούθε να χυθή και ν' αχτινοβολήσει
παντού τη νύχτα της ψευτιάς να διώξει, να σκορπίσει,
φως ως και μέσα στις σπηλιές που ζουν οι νυχτερίδες
του κόμματος οι σκοτεινές ψευτοεφημερίδες.
*
Μεγάλε γαλλικέ λαέ με την καρδιά μεγάλη
στα εβδομήντα μην ξεχνάς, στη μαύρη ανεμοζάλη,
τι καρδιοχτύπι νιώσαμε! Και οι σταυραετοί μας
τιμήσανε στο πλάι σου το κοφτερό σπαθί μας.
*
Μες στους εχθρούς που γύρω μας εστήσανε καρτέρι
μονάκριβέ μας αδερφέ σου σφίγγουμε το χέρι
και σένα τυραννοφονιά λαέ της Ιταλίας
π' ακόμα νοιώθ' η σάρκα σου τα νύχια της Αυστρίας
και σένα η αδερφική καρδιά σου δεν ξεχνάει
το αίμα μας που χύθηκε στο Γαριβάλδι πλάι.
*
Ο Ρήγας έκραζεν "ως πότε!"
με πολεμόκραχτη φωνή,
τώρα βρεθήκαν πατριώται
να λεν "παιδιά, υπομονή!".
Υπομονή! ορθά τ' αυτιά μας,
ίσα το σβέρκο, κι ας πατεί
ευνούχος Τούρκος την ουρά μας,
η θέση μας το απαιτεί.

Μούτισες, Ρόκκο; Μα κι όλοι τους
να μούτιζαν οι δημοκρατικοί
ο Ραμπαγάς θα φώναζεν
από τη φυλακή του
ένας κι αν μείνει σκύλαρος,
το μεγαλολαγό,
τον έρμο φοβητσιάρη
μονάχος να φερμάρει
ατρόμητο ζαγάρι
ο Ραμπαγάς εγώ.
*
Τον μάδησες το γάδαρο,
Τρικούπη, το λαό σου!
Δεν περισσεύει τίποτα
απ' την κακομοιριά του
και μοναχό περίσσευμα
θα πάρεις την προβιά του!
*
Κουτέ λαέ που δω κι εκεί
τον ίδρω σου σκορπίζεις
που θρέφεις με το μέλι σου
κηφηναριό σπουδαίο.
*
μ' αλί! στο έθνος που μετρά, μετρά και λογαριάζει
πως έξοδα και φόρους του και λούσο του θε να 'χει
από τσαμπί που το νερό, σαν το γατί, τρομάζει...

(πριν τη φυλακή)
Ω! να σε βλέπω, βασιλιά, δαφνοστεφανωμένος
γυρνάς από τον πόλεμο, γυρνάς από τη νίκη...
Τι; τι; τι λέγω;... Όνειρο!... Στο Φάληρο στωμένος
το ρίχνεις έξω, βασιλιά, και δεν πληρώνεις νοίκι.
*
(μετά την καταδίκη)
Ω! να σε βλέπω, Ραμπαγά, δαφνοστεφανωμένος
γυρνάς απ' το κριτήριο, γυρνάς από τη δίκη!
Τι; τι; τι λέγω;... Όνειρο!... Στου Κόκλα μαντρισμένος
το ρίχνεις έξω, Ραμπαγά, και δεν πληρώνεις νοίκι.

Χειμωνιάτικο τραγούδι
Μες στη φυλακή τι κρύο
και νερόν οι τοίχοι στάζουν.
Το νερό μου κρουσταλλιάζει,
τα παπούτσια μου μουχλιάζουν.
Μου κοκκίνησαν τα μάτια
από το βαρύ συνάχι
κι αυστηρός ο αρχιφύλαξ
ω! που κακό χρόνο νάχει!
μια κρασιά δεν επιτρέπει
ή καμμιά Ρουμιά να σφίξω
Α! πολύ δε θα βαστήξω!
Α! τι κρύο. α! τι κρύο!
Μάλαμα καιρός για δύο!
... ... ...

Και μέσ' από τα σίδερα της φυλακής ακόμα
δεν κλειέται, δε βουβαίνεται του Ραμπαγά το στόμα,
δεν τονέ σκιάζ' η φυλακή, τα σίδερά της σπάζει
κι ελεύθερη η Ιδέα του πετιέται, φτερουγιάζει!
Του τυραννάτε το κορμί, στη βρώμα τ' αρρωστάτε,
με το φαρμακαγέρι σας, αρρώστιες του κολλάτε,
σαν άνανδροι παλεύετε, ελεύθεροι με σκλάβο
και "γιούχα!" ακούτε του Λαού, αντί ν' ακούτε "μπράβο!"
Χωρίς μαρτύριο καμμιάν Ιδέα δε γεννιέται,
δε θρέφεται, δε χύνεται στον κόσμο θερισμένη!
- Δημοκρατία, μέτρα τους, τους τόσους μάρτυράς σου,
η δάφνη σου ξεφύτρωσεν από τα αίματά σου.

Αδελφέ Γιώργη,
Αυτή την ζωή δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ: Μέσα εις τον μαύρον σάκκον του ταξειδιού, εις την δουλάπαν θα εύρης τα χρήματά μου, περί τα 360 φρ. καθώς και το ρολόγι μου και την αλυσίδα μου. Το τουφέκι δεν επωλήθη. Από τον Σαράντη Οικονόμου παίρνεις 100 δρχ. το αντίτιμον των προς πώλησιν δοθέντων εις αυτόν πραγμάτων. Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τι να κάμω. Σε φιλώ, υγίαινε
Ο αδελφός σου
Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος
Kλεάνθης Τριαντάφυλλος [Ραμπαγάς] (1850 - 1889)
Στις 25 Μαιου, με πυροβολισμό στο κεφάλι του. Με κλονισμένη υγεία, και τα νεύρα του σε κακή κατάσταση, μετά την τελευταία πολύμηνη φυλάκισή του στην οποία καταδικάστηκε - για μία ακόμα φορά - λόγω της αρθρογραφίας, και των ποιημάτων του που δημοσίευε στο δημοφιλές σατιρικό περιοδικό του "Ραμπαγάς", με τα οποία εστρέφετο κατά της βασιλείας, της αυλής και της κυβέρνησης, πιστός στα δημοκρατικά ιδεώδη και τις ανθρωπιστικές ιδέες. Επιθυμώντας να μεταβεί για θεραπεία στην Γαλλία και αδυνατώντας να συγκεντρώσει τα απαραίτητα για το ταξίδι χρήματα. Με άθλια οικονομικά, έχοντας πουλήσει τα έπιπλά του, και μη βρίσκοντας συμπαράσταση από τους παλιούς του φίλους που τον είχαν εγκαταλείψει σχεδόν όλοι. Απογοητευμένος από την στάση τους και όντας σε ηθικό αδιέξοδο. Όπως ανέφερε ο Στέφανος Ξένος στην νεκρολογία του για τον αυτόχειρα: «παραπονιόταν ότι έχασε την πέννα του, δεν μπορούσε να γράψει ούτε δύο γραμμές, είχε τρομερούς κεφαλόπονους, "η όρασίς του εθαμβούτο", δεν μπορούσε να δει μακριά, ακόμα και να περπατούσε δεν μπορούσε ούτε σε μικρή απόσταση. Δηλαδή είχε καταντήσει ένα σωματικό συντρίμμι, αληθινό ράκος.»

-εικόνα: wikipedia (:φωτοτσιγκογραφία από
το περιοδικό Ποικίλη Στοά του 1891)-
- Τα δύο πρώτα ποιήματα είναι από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971 του Σπύρου Κοκκίνη - εκδ. Εστία, 1971
- η υπόλοιπη ύλη της ανάρτησης (όπως και οι πληροφορίες για τον θάνατό του) είναι από την Νέα Εστία, τχ. 879 - Φεβρουάριος 1964
Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011
63 ~ Γιασουνάρι Καουαμπάτα: Ανόητες ιδέες!
Σαν άνθρωπος που ήταν, αισθανόταν κάπου κάπου το κενό της μοναξιάς, μια ψυχρή κατάθλιψη. Δε θα ήταν αυτό το μέρος ιδανικό για να πεθάνει; Να προκαλέσει την περιέργεια και την αποδοκιμασία του κόσμου - έτσι δε θα τελείωνε τη ζωή του με τον κατάλληλο θάνατο; Όλοι του οι γνωστοί θα εκπλήσσονταν. Δεν μπορούσε να υπολογίσει το πλήγμα που θα προκαλούσε στην οικογένειά του. Όμως το να πεθάνει στον ύπνο του, απόψε, ανάμεσα σ' αυτές τις δυο κοπέλες δε θα ήταν αυτή η καλύτερη ευχή για ένα γέρο στην ηλικία του; Όχι, δεν ήταν έτσι. Θα τον μετέφεραν σαν το γέρο-Φούκουρα σ' ένα άθλιο πανδοχείο και θα έλεγαν στον κόσμο ότι είχε αυτοκτονήσει με υπνωτικά χάπια. Μια και δε θα υπήρχε κανένα σημείωμα, θα διαδιδόταν ότι ήταν απελπισμένος για την πιθανή εξέλιξη των πραγμάτων. Μπορούσε να φανταστεί το αχνό χαμόγελο της πατρόνας.
«Ανόητες ιδέες. Σαν να θέλω να φέρω κακοτυχία.»
μετάφραση: Έφη Κουκουμπάνη-Πολυτίμου
~ Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (εκδ. Καστανιώτη, 1995)

Το μπράτσο
Εκείνο το πρωί είχα αγοράσει ένα μπουμπούκι μανόλιας και το είχα βάλει σ' ένα γυάλινο βάζο' η καμπύλη του μπράτσου της κοπέλας μού θύμιζε ένα μεγάλο λευκό μπουμπούκι. Το φόρεμα που φορούσε είχε ένα κάπως πιο τολμηρό κόψιμο από άλλα κοντομάνικα φορέματα. Η κλείδωση του ώμου όπως και ολόκληρος ο ώμος ήταν εκτεθειμένα. Το φόρεμα, φτιαγμένο από σκούρο πράσινο μετάξι, σχεδόν μαύρο, είχε μια απαλή γυαλάδα. Όλη η ομορφιά της κοπέλας βρισκόταν στη στρογγυλή κλίση των ώμων, έτσι όπως συναντιόταν σαν ελαφρύς κυματισμός στο απαλό εξόγκωμα της πλάτης της. Όταν την κοίταζε κανείς από πίσω, έβλεπε τη σάρκα από τους στρογγυλούς ώμους μέχρι το λεπτό, ψηλό λαιμό της να σταματάει απότομα στις ρίζες των ψηλά σηκωμένων μαλλιών της, ενώ τα μαύρα μαλλιά έριχναν μια φωτεινή αντανάκλαση πάνω στην καμπύλη των ώμων.
Είχε καταλάβει ότι την έβρισκα όμορφη και γι' αυτό μου είχε δανείσει το δεξί της μπράτσο, για κείνη την καμπύλη εκεί πάνω στον ώμο.
Κρυμμένο προσεκτικά κάτω από το αδιάβροχό μου, το μπράτσο της κοπέλας ήταν πιο κρύο από το δικό μου χέρι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και ένιωθα μια ελαφριά ζάλη, γι' αυτό ήταν τόσο ζεστό το χέρι μου. Θα ήθελα να μπορούσα να κρατήσω για πάντα αυτή τη ζεστασιά, τη ζεστασιά της ίδιας της κοπέλας.
μετάφραση: Έφη Κουκουμπάνη-Πολυτίμου
~ Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (εκδ. Καστανιώτη, 1995)

Περί ζώων και πουλιών
Για κείνον όμως η ζωή γέμιζε με μια νεανική φρεσκάδα για αρκετές μέρες μετά τον ερχομό ενός καινούριου πουλιού. Σ' αυτό έβλεπε την ευλογία της οικουμένης. Ίσως είχε κάποιο πρόβλημα ο ίδιος, όμως δεν μπορούσε να αισθανθεί κάτι ανάλογο για κανένα ανθρώπινο πλάσμα. Και το έβρισκε πιο εύκολο να δει το θαύμα της φύσης στην κίνηση ενός πουλιού που πετούσε παρά σ' ένα κοχύλι ή σ' ένα λουλούδι.
Αυτά τα πλασματάκια ακόμα και μέσα στο κλουβί τους αντανακλούσαν τη χαρά της ζωής.
μετάφραση: Έφη Κουκουμπάνη-Πολυτίμου
~ Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (εκδ. Καστανιώτη, 1995)

Η λίμνη
Το μασάζ τελείωσε. Ο Ζιμπέι έμεινε καθισμένος όση ώρα η κοπέλα τού κούμπωνε το πουκάμισο, του φορούσε τις κάλτσες και του έδενε τα παπούτσια. Εκείνος έδεσε τη ζώνη και τη γραβάτα του. Η νέα έμεινε κοντά του την ώρα που εκείνος δροσιζόταν με έναν φρουτοχυμό, αφού είχε βγει πια απ' το λουτρό.
Τον συνόδεψε μέχρι τη μεγάλη πόρτα κι εκείνος ξαναβρέθηκε στην αυλή. Του φάνηκε πως είδε υψωμένο μέσα στη νύχτα, ένα τεράστιο δίχτυ αράχνης. Δύο τρία νυχτοπούλια και διάφορα έντομα πιάστηκαν σ' αυτή την παγίδα. Τα γαλαζωπά φτερά των πουλιών κι ο υπέροχος άσπρος κύκλος γύρω από τα μάτια τους ξεχώριζαν πεντακάθαρα. Ίσως τα πουλιά αν πλατάγιζαν λίγο τα φτερά τους, να μπορούσαν να κόψουν το δίχτυ που τα φυλάκιζε, μα εκείνα έμεναν ακίνητα, σαν καταδικασμένα απ' τα ίδια τους τα φτερά. Η αράχνη, από φόβο μήπως την κομματιάσουν τα πουλιά με τα ράμφη τους, έμενε ακόμα κι αυτή κουρνιασμένη στη μέση του διχτυού, με την πλάτη στα πουλιά.
Το βλέμμα του Ζιμπέι πλανήθηκε στο σκοτεινό δάσος. Πάνω στην όχθη της λίμνης, λίγο πιο πέρα απ' το χωριό όπου γεννήθηκε η μητέρα του, μια πυρκαγιά απλωνόταν μέσα στη νύχτα. Κάτι σαν μαγεία κυρίεψε τον Ζιμπέι, τραβώντας τον προς αυτό το λαμπύρισμα που αντανακλούνταν στα πυκνά σκοτάδια.
*
Είχαν συμφωνήσει να περιμένουν πρώτα να νυχτώσει κι έπειτα να πάνε να δουν τις ανθισμένες κερασιές, στο πάρκο Ιένο. Ύστερα η Μιγιάκο θα τους πήγαινε όλους σ' ένα κινέζικο εστιατόριο, όχι πολύ μακριά απ' το πάρκο.
Στο πάρκο υπήρχε τόσος κόσμος που με κόπο προχωρούσαν. Οι κερασιές φαίνονταν σαν άρρωστες και τα ανθισμένα κλαδιά ήταν μαραμένα. Κι ωστόσο, το τεχνητό φως έδινε μια υπέροχη λάμψη στο ρόδινο χρώμα των πετάλων. Η Μασιέ, που ήταν από τη φύση της σιωπηλή ή που η παρουσία της Μιγιάκο την τάραξε, μιλούσε λίγο. Παρ' όλα αυτά τους διηγήθηκε πώς έπεφταν τα λουλούδια της κερασιάς και σκέπαζαν τα μεγάλα άνθη της αζαλέας, μέσα στον κήπο των γονιών της το πρωί που ξυπνούσε, και πόσο της άρεσε αυτό. Ή ακόμα, καθώς έφτανε στο σπίτι του Κεϊζικέ, πώς λαμπύριζε ο ήλιος ανάμεσα στις ανθισμένες κερασιές, τόσο κίτρινος όσο ο κρόκος του αυγού.
μετάφραση: Ντίνα Κισκίνη
~ Η λίμνη (εκδ. Παρατηρητής, 1986)

Ο κοσμικός χρόνος είναι ίδιος για όλους, αλλά ο ανθρώπινος χρόνος διαφέρει σε κάθε άτομο. Ο χρόνος κυλάει με τον ίδιο τρόπο για όλους τους ανθρώπους, όμως κάθε ανθρώπινο πλάσμα ρέει μέσα από το χρόνο με διαφορετικό τρόπο.
Yasunari Kawabata (1899-1972)
Στις 16 Απριλίου με γκάζι, ώρα έξι το απόγευμα, στο γραφείο του, στην Καμακούρα. Καθώς δεν άφησε σημείωμα, οι εικασίες γύρω από τους λόγους που τον οδήγησαν να δώσει τέλος στη ζωή του, αναφέρουν την κακή του υγεία, μια πιθανή παράνομη ερωτική σχέση, και το ότι δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το σοκ από την αυτοκτονία του στενού φίλου του, Γιούκιο Μίσιμα. Κατά τον βιογράφο του, τον ιάπωνα Takeo Okuno, ο θάνατος του Μισίμα τού είχε προκαλέσει καθημερινούς εφιάλτες για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεχώς τον στοίχειωνε το φάντασμά του. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του, όταν κυριευόταν από κατάθλιψη, έλεγε σε φίλους του ότι μερικές φορές ευχόταν να συντριβεί το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε. Η χήρα του, όπως και κάποιοι συνεργάτες του απέρριψαν την εκδοχή της αυτοκτονίας και απέδωσαν τον θάνατό του σε ατύχημα.

-φωτ: otona.yomiuri.co.jp -
Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011
62 ~ Γιέρζι Κοζίνσκι: για μένα δεν υπήρχε χώρος
Ήταν Κυριακή. Ο Τσανς ήταν στον κήπο. Περπατούσε αργά σέρνοντας τον πράσινο σωλήνα από τη μια αλέα στην άλλη, παρακολουθώντας προσεκτικά το νερό που έτρεχε. Το έβλεπε με τρυφερότητα να πηγαίνει σε κάθε φυτό, σε κάθε λουλούδι, σε κάθε κλαδί του κήπου. Τα φυτά ήσαν σαν τους ανθρώπους' χρειάζονταν φροντίδα για να ζήσουν, να περάσουν τις αρρώστιες τους, και να πεθάνουν εν ειρήνη.
Ωστόσο, διέφεραν από τους ανθρώπους. Ούτε ένα φυτό δεν είναι ικανό να σκεφθεί για τον εαυτό του ή να τον γνωρίσει' δεν υπάρχει καθρέφτης όπου μέσα σ' αυτόν να μπορέσει ν' αναγνωρίσει τον εαυτό του' κανένα φυτό δεν μπορεί να κάνει κάτι συνειδητά: δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να μεγαλώσει και το μεγάλωμά του δεν έχει κανένα νόημα, αφού ένα φυτό δεν μπορεί να σκεφθεί ή να ονειρευθεί.
Ένιωθε σιγουριά κι ασφάλεια στον κήπο που τον χώριζε απ' το δρόμο ένας ψηλός τοίχος φτιαγμένος με κόκκινα τούβλα, σκεπασμένος από τον κισσό, κι ακόμη και οι θόρυβοι των αυτοκινήτων που περνούσαν και τάραζαν τη γαλήνη του. Ο Τσανς δεν ήξερε τίποτε για τους δρόμους. Αν και ποτέ του δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι και τον κήπο του, δεν ένιωθε καμιά περίεργεια για τη ζωή από την άλλη πλευρά του τοίχου.
-κεφ. 1-
*
Μπροστά στια κάμερες και στο κοινό, σε μια θέση στο βάθος του στούντιο απ' όπου ελάχιστα φαινόταν, ο Τσανς αφέθηκε στα γεγονότα. Το μυαλό του ήταν άδειο, κι όμως σκεφτόταν πολλά. Οι κάμερες χάιδευαν την εικόνα του σώματός του, αποτύπωναν κάθε του κίνηση και αθόρυβα την έστελναν σε εκατομμύρια οθόνες τηλεόρασης σε όλο τον κόσμο - σε δωμάτια, αυτοκίνητα, πλοία, αεροπλάνα, σαλόνια, και κρεβατοκάμαρες. Θα τον έβλεπε περισσότερος κόσμος απ' όσους θα μπορούσε να συναντήσει σε όλη του τη ζωή - άνθρωποι που δε θα τον συναντούσαν ποτέ. Εκείνοι που τον παρακολουθούσαν στις συσκευές τους δεν ήξεραν πραγματικά ποιον έχουν απέναντί τους' πώς μπορούσαν άλλωστε, αφού δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ; H τηλεόραση καθρεφτίζει την επιφάνεια μόνο των ανθρώπων' στέλνει ακούραστα τις εικόνες του σώματός τους μέχρι να απορροφηθούν στις κόγχες των ματιών των τηλεθεατών, μέχρι να εξαφανισθούν για πάντα, οριστικά. Μπροστά στις κάμερες με τους τρεια αναίσθητους φακούς να τον σημαδεύουν σαν ρύγχη, ο Τσανς έγινε για εκατομμύρια αληθινούς ανθρώπους μονάχα μια εικόνα.
-κεφ. 4-
μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου
Παρουσία - εκδ. Θεωρία, 1982

Το 1938, καμιά εξηνταριά μέλη της οικογένειάς μου παρευρέθηκαν στην τελευταία από τις ετήσιες συναντήσεις μας. Ανάμεσα τους βρίσκονταν διακεκριμένοι λόγιοι, φιλάνθρωποι, φυσικοί, δικηγόροι και κεφαλαιούχοι. Απ' όλον αυτό τον αριθμό, μόνο τρία άτομα επέζησαν του πολέμου. Επιπλέον, η μητέρα και ο πατέρας μου είχαν ζήσει τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, τη Ρωσική Επανάσταση και την καταπίεση των μειονοτήτων τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Σχεδόν κάθε χρόνος της ζωής τους ήταν σημαδεμένος από δοκιμασίες, χωρισμό οικογενειών, ακρωτηριασμό και θάνατο προσφιλών προσώπων, αλλά ακόμα κι αυτοί, που είχαν ζήσει τόσο πολλά, δεν ήταν προετοιμασμένοι για τη βαρβαρότητα που εξαπολύθηκε το 1939.
Σε όλη τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, βρίσκονταν σε συνεχή κίνδυνο. Ήταν αναγκασμένοι να αναζητούν σχεδόν καθημερινά νέες κρυψώνες, η ζωή τους δεν ήταν παρά φόβος, φυγή και πείνα' το ότι κατοικούσαν πάντα εν μέσω ξένων, το ότι κρύβονταν στις ζωές άλλων για να συγκαλύψουν τη δική τους δημιούργησε μέσα τους ένα διαρκές συναίσθημα ξεριζωμού. Όπως μου έλεγε αργότερα η μητέρα μου, ακόμα και όταν ήταν ασφαλείς κάπου, βασανίζονταν μονίμως από τη σκέψη ότι η απόφαση τους να με απομακρύνουν στην επαρχία ήταν εσφαλμένη, ότι θα ήμουν πιο ασφαλής μαζί τους. Δεν υπήρχαν λόγια, μου έλεγε, να περιγράψουν την αγωνία τους όταν έβλεπαν μικρά παιδιά να τα στοιβάζουν σαν ζώα στα τρένα με προοριομό τους φούρνους ή τα φρικιαστικά ειδικά στρατόπεδα που ήταν διάσπαρτα σε όλη τη χώρα.
Γι αυτούς, επομένως, και για ανθρώπους σαν αυτούς θέλησα να γράψω ένα μυθιστόρημα το οποίο θα απηχούσε και ενδεχομένως θα ξόρκιζε τις φρικαλεότητες που τους είχαν φανεί ανείπωτες. - Γιέρζι Κοζίνσκι
μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου

Το βαμμένο πουλί
Οι φωτιές σιγόκαιγαν και οι σπίθες χοροπηδούσαν σαν πυγολαμπίδες. Είχα την αίσθηση πως ήμουν φυτό που πάλευε να στραφεί προς τον ήλιο, ανίκανο να τεντώσει τα κλαδιά του έτσι που το περιόριζε η γη. Ή πάλι είχα την αίσθηση ότι το κεφάλι μου είχε αποκτήσει δική του ζωή, ότι κυλούσε όλο και πιο γρήγορα, με ταχύτητα που αυξανόταν ιλιγγιωδώς, ώσπου χτυπούσε τελικά στο δίσκο του ήλιου, που με τόση καλοσύνη το ζέσταινε όλη μέρα.
-κεφ. 2-
*
Τα πουλιά διασκέδαζαν μαζί μου με την ψυχή τους. Όσο γύριζα εγώ το κεφάλι μου αποδώ κι αποκεί με μανία, τόσο εξάπτονταν και αποθρασύνονταν εκείνα. Έδειχναν να αποφεύγουν το πρόσωπό μου και έκαναν εφόδους στο πίσω μέρος του κρανίου μου.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν. Σε κάθε κίνηση του κεφαλιού μου, είχα την αίσθηση ότι σήκωνα ένα τεράστιο σακί με στάρι για να το μεταφέρω από το ένα μέρος στο άλλο. Είχα τρελαθεί κι έβλεπα τα πάντα γύρω μου σαν μέσα από βαριά ομίχλη.
Έπαψα να αντιστέκομαι. Τώρα έγινα κι εγώ πουλί. Προσπαθούσα να ξεκολλήσω τις παγωμένες φτερούγες μου από τη γη, που τις κρατούσε φυλακισμένες. Τέντωσα τα άκρα μου κι ενώθηκα με το κοπάδι των κοράκων. Ένα φρέσκο αναζωογονητικό αεράκι με σήκωσε απότομα από τη γη, μ' ανέβασε σε μια ηλιαχτίδα που εκτεινόταν στον ορίζοντα σαν τεντωμένη χορδή τόξου' οι φτερωτοί μου συνταξιδιώτες μιμήθηκαν το χαρούμενο κρώξιμό μου.
-κεφ. 2-
*
Με τρόμαζε η ιδέα ότι βρισκόμουν εκεί ολομόναχος. Θυμήθηκα ωστόσο τα δύο πράγματα που, όπως μου είχε μάθει η Όλγκα, ήταν απαραίτητα για να επιβιώσεις χωρίς ανθρώπινη βοήθεια. Το πρώτο ήταν να γνωρίζεις ζώα και φυτά, να είσαι εξοικειωμένος με δηλητήρια και ιαματικά βότανα. Το άλλο ήταν να έχεις φωτιά, έναν δικό σου "κομήτη". Το πρώτο ήταν δύσκολο να το αποκτήσεις - απαιτούσε μεγάλη εμπειρία. Για το δεύτερο, αρκούσε να βρεις να ένα μεγαλούτσικο κονσερβοκούτι, να το ξεπατώσεις από το ένα άκρο και να του ανοίξεις τρύπες στα πλαϊνά με μια πρόκα. Για χερούλι, αρκούσε να στερεώσεις στην κορυφή του κουτιού μια συρμάτινη θηλιά γύρω στο ένα μέτρο, έτσι ώστε να μπορείς να το κουνάς είτε σαν λάσο είτε σαν θυμιατήρι στην εκκλησία.
Αυτή η φορητή σομπίτσα μπορούσε αφενός να σε ζεστάνει και αφετέρου να σου χρησιμεύσει ως μαγειρική εστία σε μικρογραφία. Τη γέμιζες με όποιο είδος καύσιμης ύλης είχες διαθέσιμο και φρόντιζες να υπάρχουν πάντα μερικές σπίθες φωτιάς στον πάτο. Καθώς κουνούσες ζωηρά το κονσερβοκούτι, ο αέρας κυκλοφορούσε από τις τρύπες και συντηρούσε τη φωτιά όπως ο σιδηρουργός με τις φυσούνες του, ενώ η φυγόκεντρος δύναμη κρατούσε το καύσιμο στη θέση του.
-κεφ. 3-
*
Πόσο ζήλευα τον Μίτκα! Ξαφνικά κατάλαβα πολλά απ' αυτά που είχε πει ένας στρατιώτης σε μια κουβέντα που είχε μαζί του. Το να λέγεσαι άνθρωπος, του είχε πει, είναι πολύ μεγάλος τίτλος. Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του τον δικό του πόλεμο που οφείλει να φέρει εις πέρας, να τον κερδίσει ή να τον χάσει, ολομόναχος - τη δική του δικαιοσύνη, που μόνο αυτός θα την απονείμει. Ο Μίτκα ο Κούκος είχε αναλάβει τώρα να πάρει εκδίκηση για το θάνατο των φίλων του, ανεξάρτητα από τη γνώμη των άλλων, ρισκάροντας τη θέση του στο σύνταγμα και τον τίτλο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης. Αν δεν μπορούσε να πάρει εκδίκηση για τους φίλους του, τι ωφελούσαν όλα τα χρόνια εκπαίδευσης στην τέχνη του ελεύθερου σκοπευτή, ή μαεστρία ματιού, χεριού και ανάσας; Τι αξία είχε ο τίτλος του Ήρωα, που τον σέβονταν και τον λάτρευαν δεκάδες χιλιάδες πολίτες, αν δεν τον άξιζε πια στα δικά του μάτια;
-κεφ. 17-
*
Μετά το πρώιμο φθινόπωρο, που κατέστρεψε μέρος από τις σοδειές, μπήκε βαρύς ο χειμώνας. Στην αρχή χιόνιζε ημέρες ολόκληρες. Οι άνθρωποι ήξεραν τις καιρικές συνθήκες της περιοχής τους και βιάστηκαν να μαζέψουν τρόφιμα για τους ίδιους και για τα ζωντανά τους, βούλωσαν με άχυρα ό,τι τρύπες υπήρχαν στα σπίτια ή στους αχυρώνες τους και στερέωσαν καμινάδες και αχυροσκεπές για ν' αντέξουν στους δυνατούς ανέμους. Ύστερα έπεσε παγετός, που πάγωσε καθετί κάτω από το χιόνι.
Κανείς δεν ήθελε να με κρατήσει. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά κι ένα στόμα παραπάνω ήταν μεγάλο βάρος. Εκτός αυτού, δεν υπήρχε καμιά δουλειά να κάνω. Δεν μπορούσες ούτε να καθαρίσεις τη σβουνιά από τους αχυρώνες, που είχαν κλείσει από χιόνι ως το γείσο της στέγης. Κότες, γελάδια, κουνέλια, γουρούνια, κατσίκες κι άλογα, άνθρωποι και ζώα, μοιράζονταν την ίδια στέγη και ζεσταίνονταν με τη θερμότητα των κορμιών τους. Για μένα όμως δεν υπήρχε χώρος.
-κεφ. 8-
μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Το βαμμένο πουλί - εκδ. Μεταίχμιο, 2006

Πάω να κοιμηθώ τώρα, για λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Πείτε το Αιωνιότητα.
Jerzy Kosiński (1933-1991)
Στις 3 Μαΐου, στην Νέα Υόρκη, από ασφυξία, έχοντας καλύψει το κεφάλι του με πλαστική σακούλα. Υποφέροντας από φυσική και νευρική εξάντληση και ψυχολογικώς καταρρακωμένος λόγω της φθίνουσας πορείας της καριέρας του και της κατηγορίας για λογοκλοπή.

-φωτ: barryergangbooksforsale.yolasite.com-
Ακόμα:
- "Γιέρζι Κοζίνσκι: Αισθανόμουν να κατακλύζομαι από ένα συναίσθημα απελπισίας", στα αυτοβιογραφικά
Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011
61 ~ Βάτσελ Λίντσι: πάνω από την θάλασσα των Θρήνων
"Πες μου, τα ερωτευμένα φαντάσματα
πού βρίσκουν τα νυφικά πέπλα τους;"
"Αν εσύ κι εγώ ήμασταν ερωτευμένα φαντάσματα
θα σκαρφαλώναμε στους γκρεμούς του Μυστηρίου
πάνω από την θάλασσα των Θρήνων.
Θα στόλιζα τα γκρίζα κυματιστά μαλλιά σου
με πέπλα της Φαντασίας
από το δέντρο της Μνήμης.
Εκεί τα ερωτευμένα φαντάσματα
βρίσκουν τα νυφικά πέπλα τους"
μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

Ο ποταμός Κόγκο
(Σπουδή της νέγρικης φυλής)
-αποσπάσματα-
Ι. Η αρχέγονή τους αγριότητα
Ύστερα πέρα ως πέρα σ' εκείνη την ακροποταμιά,
σε χιλιάδες μίλια,
κανίβαλοι με στιγματισμένο το κορμί τους,
χόρευαν σε σειρές.
Τότε άκουσα τη βουή το λάγνου τραγουδιού
που διψούσε για αίμα
κι ένα κόκκαλο από μερί να χτυπά
ένα τενεκεδένιο γκογκ.
... ... ...
ΙΙ. Η αχαλίνωτη ευθυμία τους
Το εβένινο παλάτι υψώθηκε
ανάμεσα από τ' ανθισμένα δέντρα,
ως τον βραδινό ουρανό.
Οι στοές και τα παραθυρόφυλλα άστραψαν
από το χρυσάφι, το φίλντισι και το ελεφαντοκόκκαλο.
Κι ο μαύρος όχλος ξεκαρδιζόταν στα γέλια
ώσπου πονούσαν τα πλευρά του,
βλέποντας τον πίθηκο-αρχιτρίκλινο
στην αχάτινη πόρτα,
και για τις πασίγνωστες μελωδίες
της ορχήστρας των παπαγάλων
που τιτίβιζαν στους θάμνους της μαγικής εκείνης χώρας.
... ... ...
ΙΙΙ. Η ελπίδα της θρησκείας τους
Κι ο γκρίζος ουρανός ανοίχτηκε όμοιος με νιόκτιστο πέπλο,
και φάνηκαν οι απόστολοι με τους φολιδωτούς θώρακές τους.
Ντυμένοι με ατσάλι άσπρο, αστραφτερό,
κάθουνταν γύρω-γύρω,
και τα φλογερά τους μάτια παρακολουθούσαν
τα στριφογυρίσματα του Κόγκο.
Και οι δώδεκα απόστολοι από τον ψηλό τους θρόνο
έκαμαν ολάκερο το δάσος ν' ανατριχιάζει
με τη βαριά, ουράνια φωνή τους:
(Τραγουδιέται πάνω στο σκοπό: "Ακούστε δέκα χιλιάδες άρπες και φωνές").
"Ο Μπούμπο Τζούμπο θα πεθάνει στη ζούγκλα
ποτέ πια δεν θα σας ρίξει μάγια,
ποτέ πια δεν θα σας φέρει συμφορές,
ποτέ πια δεν θα σας ρίξει μάγια,
ποτέ πια δεν θα σας φέρει συμφορές".
... ... ...
μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Nέγροι ποιητές - Πρόσπερος, 1982

Ευκλείδης
Ο γέρο-Ευκλείδης χάραξε έναν κύκλο
πάνω στην αμμουδιά, πολλά-πολλά χρόνια πριν.
Τον μπέρδεψε και τον ένωσε
με διάφορες γωνίες, με διάφορους τρόπους.
Οι μαθητές του με τα γκρίζα γενάκια
νεύαν και συζητούσαν πολύ
για τόξα και περιφέρειες,
διάμετρο κι άλλα τέτοια.
Ένα παιδάκι σιωπηλό στεκόταν δίπλα
απ' το πρωί ως το μεσημέρι
βλέποντας να σχεδιάζουν τέτοιες χαριτωμένες
στρογγυλές ζωγραφιές του φεγγαριού.
μετάφραση: Τάσος Κόρφης
~ Νέα Εστία - τχ. 976, Μάρτιος 1968

Ο Αβραάμ Λίνκολν βαδίζει τα μεσάνυχτα
στο Springfield - Illinois
Είναι σημαδιακό και βαρυσήμαντο που εδώ,
μες στη μικρή μας πόλη, τα μεσάνυχτα,
μια πένθιμη μορφή βαδίζει εδώ κι' εκεί,
στο δικαστήριο το παλιό κοντά, χωρίς αναπαμό.
Σιμά στο σπιτικό του ή σε σκιερές αυλές
περιπλανιέται εκεί που τα παιδιά του συνηθίζανε να παίζουνε,
στην αγορά ή στο τριμμένο το λιθόστρωτο.
Με βήματα γοργά βαδίζει ώσπου να σβήσουν τ' άστρα τα ορθρινά!
Είναι λιγνόκορμος, στητός. Το χρώμα του προσώπου μπρούτζινο.
Η μαύρη του ξεθωριασμένη φορεσιά, η μπέρτα του η παλιά και το περίφημο ψηλό καπέλο του
φκιάνουνε τη μεγάλη αυτή παράξενη και κοσμαγάπητη μορφή,
το δικηγόρο τον αγροτικό και τον αφέντη μας.
Δεν ειμπορεί πια τώρα να κοιμάται στη λοφοπλαγιά του.
Ανάμεσά μας βρίσκεται όπως άλλοτες.
Κι' εμείς που ξαγρυπνούμε ώρες πολλές, βαθιάν ανάσα παίρνουμε
και τρέχουμε να τονέ δούμε, ως την πόρτα δρασκελά.
Με το κεφάλι του σκυφτό, τους βασιλιάδες συλλογιέται και την ανθρωπότητα.
Γιατί όταν ο κόσμος ο βαρύθυμος θρηνεί, πώς θα μπορούσε αυτός να κοιμηθεί;
Πλήθος αγρότες μάχονται χωρίς να ξέρουν το γιατί
και μες σε μαύρο τρόμο σπιτικά πολλά θρηνούν.
Οι αμαρτίες των αφεντάδων του πολέμου την καρδιά του καιν.
Βλέπει τα πλοία τα πολεμικά να σκίζουν τους ωκεανούς.
Σηκώνει τώρα πα στους ώμους, τους τυλιγμένους με την μπέρτα του,
του κόσμου όλες τις πίκρες, τη μωρία και τον πόνο του.
Δεν μπορεί να 'βρει αναπαμό ώσπου να φέξει στις ψυχές
η λαμπερή ελπίδα μιας Ευρώπης λεύτερης:
Των γνωστικών ανθρώπων η ένωση, των εργατών η Γη,
Ειρήνη φέρνοντας μακρόχρονη στους Κάμπους, στα Πελάγη, στα Βουνά!
Ραΐζεται η καρδιά του που οι βασιλιάδες είναι αναγκασμένοι ακόμα να σκοτώνουν,
που ο μόχτος του για τους ανθρώπους μοιάζει να 'ναι μάταιος.
Και ποιος μπορεί να φέρει την ειρήνη τη λευκή, που να μπορεί
και πάλι αυτός να κοιμηθεί πάνω στο λόφο του;
μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Νέα Εστία - τχ. 1304, Νοε. 1981

Η βροχή, το φεγγαρόφωτο και η δρόσο
[....]
Ώριμο στάρι κι ανεμώνες πορφυρές
ας χαρίσουμε στον κάθε απόκληρο του κόσμου,
μια γωνιά γαλήνια για το βράδυ,
κι από πάνω του τ' αστέρια να τον σκέπουν.
Ένα δίχτυ που το φως του φεγγαριού
να τυλίγει' και γρασίδι μες στον ήλιο'
ένα μέρος για δουλειά' κι όταν ο μόχτος
θα τελειώνει, μια γωνιά για τα όνειρά του.
μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως - εκδ. Παρουσία, 1999
(αναδημοσίευση από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί και Άγγλοι Λυρικοί)
Nicholas Vachel Lindsay (1879-1931)
Στις 5 Δεκεμβρίου στο σπίτι του, στο Σπρίνγκφιλντ (Ιλινόις), καταπίνοντας απολυμαντικό υγρό. Με καταβεβλημένη υγεία μετά από πολύμηνο κουραστικό ταξίδι, βυθισμένος στην κατάθλιψη, όντας σε δεινή οικονομική κατάσταση και με την καριέρα του σε φθίνουσα πορεία. Έχοντας εμφανίσει παρανοϊκό παραλήρημα που το εκδήλωνε με αιφνίδια ξεσπάσματα οργής κατά τη δημόσια λειτουργία του, και με βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, πράγματα που είχαν επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις του με την οικογένειά του και με το περιβάλλον του.

-φωτ: popartmachine.com-
Links:
- Vachel Lindsay's Life
- Nicholas Vachel Lindsay Collection
- Vachel Lindsay
Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011
60 ~ Σάρλοτ Μιου: Θλίψη, άσε με για λίγο λεύτερη
Ω θλίψη, θλίψη, τ' όνομά σου μόλις γνώριζα
Όταν παιδί, ζητώντας τη χαρά να νιώσω,
Εκούναγα του κήπου μας την αγριομουσμουλιά
Κι έτρεμα στα παιχνίδια μου μη σ' ανταμώσω.
Άκουγα τ' όνομά σου πριν να σε γνωρίσω'
Το σιγοτραγουδούσες ως ερχόσουν
Και πρόβαλλες τ' αγκαθωτά σου βατοκλάδια
Μες στην χαρά του παιχνιδιού να μ' αγκυλώσουν.
Ήμουν για σένα τόσο όμορφη, ω θλίψη,
Όταν τις σκάλες κατεβαίνοντας μια μέρα,
Με ζύγωσες, νυφούλα στολισμένη
και μ' άρπαξες απ' του αγαπημένου μου τα χέρια,
Τόσο πολύ μ' αγάπησες, παιδί ακόμα,
Που ούτε να παίξω μ' άφηνες μακριά σου,
Ούτε να νιώσω της αγάπης τη χαρά
Μα, μου 'γνεφες να ρθω κοντά σου;
Ω θλίψη, θλίψη, είναι το κρεβάτι μου
Τόσο ζεστό κι ευρύχωρο για να πλαγιάζεις,
Βαριεστημένη το κεφάλι να κουνάς
Και μες στον ύπνο μου ν' αναστενάζεις;
Στην προσταγή σου την αγάπη μου άφησα,
Κι αγκάλιασα τ' αγκαθωτά σου βατοκλάδια'
Μα, θλίψη, άσε με για λίγο λεύτερη΄
Μη με κρατάς μαζί σου όλα τα βράδια.
μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου
- Ανθολογία Άγγλων ποιητών εμπνευσμένων από την Ελλάδα
Έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων, 1986

Στο δρόμο για τη θάλασσα
Η μια την άλλη προσπεράσαμε, γυρίσαμε, σταθήκαμε λιγάκι
κι ύστερα συνεχίσαμε το δρόμο. Εγώ, που έκανα άλλες να γελούν,
δεν πήρα από σένα ούτ' ένα τόσο δα χαμογελάκι,
μα σε μια μέρα μέσα δεν κουνήθηκαν βουνά,
πρέπει κανείς να περιμένει, για κάποια πράγματα, αρκετά.
Απ' όλα πρώτα, θέλω τώρα τη ζωήσου' πριν χαθώ,
τον κόσμο που 'χεις στα παράξενά σου μάτια θέλω να δω.
Δεν έχει άνθη εύθυμα, πράσινα, να διαλέξω,
μα μέσα στα καφέ χωράφια, ίσως ένα μοναχά πορφυρό ανθάκι να συλλέξω.
Υπάρχει πάντα κάτι όμορφο θαρρώ
στη γκρίζα θάλασσα, στο σκούρο ουρανό.
Να δω τον κόσμο στη ματιά σου δε μ' αφήνεις
και τη ζωή σου θέλω, μα δε μου τη δίνεις.
Τώρα, πίσω στα χρόνια αν ψάξω,
θα σε βρω στ' Αυγούστου το χωράφι νεαρή.
Το πρόσωπο, τις σκέψεις σου, είσαι παλλόμεν' όνειρο σε φράχτη κουρνιασμένο,
θάθελα, η φαύλη, τ' όμορφο το πρόσωπο σου δακρυσμένο,
μα πιο πολύ θα ήθελα να σ' είχα γελαστή.
Το τώρα δε μου φτάνει, ούτε το χτες,
μα παντεπόπτης είναι μόνο ο Θεός.
Το μάκρος σου στη χλόη, μες στο φως,
τις βροχερές, τις άγρυπνες νυχτιές.
Πες μου, κι ας είναι μάταιο που ρωτώ,
τις εγκοπές στον τοίχο, σου ζητώ,
που σκαρφαλώνοντας δείχνανε να ψηλώνεις•
τις εγκοπές του τοίχου σου, εκεί...
Σε προτιμώ όπως ήσουνα μικρή.
Θα φαίνεται αυτό που λέω χαζό -
ούτε μια μέρα δε σε έχω ζήσει εγώ...
Δε με πειράζει. Δε θ' αγγίξω τα μαλλιά σου
ούτε θ' ακούω το χτύπο της καρδιάς σου
κι ας είν' εκεί. Και σαν πουλί πετούμενο που φεύγει
και να καθήσει στα κλαδιά δε στέργει,
έτσι αγγίζοντας το χέρι σου εγώ
σ' άκουσα: Το παιδί που ήσουν προτιμώ.
Μικρούλα, καστανή, γλυκειά...
Κι ήσουνα πάντα τόσο σοβαρή, βαρειά;
Πάντα, νομίζω. Μα έλα τότε, δώσε το χέρι το μικρό σου να κρατήσω
και μες το σύμπαν των ματιών σου δε θα εισδύσω.
Δε θέλω να τρομάξω ό,τι αγαπώ
ούτε θα ήθελα εσένα να ενοχλήσω.
Μα θέλω τη ζωή σου,
πριν φύγει η δική μου αιμορραγούσα,
τώρα, κι όχι στο ουράνιο κατόπιν,
ένα χαμόγελο δικό σου ν' αποσπούσα.
Το πιο τρελλό μου πάθος, κάποιοι είχανε πει,
ήταν να θέλω τη Σελήνη, κάποιες φορές την είχα βρει.
Ξέρεις, στο σούρουπο ενός πουλιού τραγούδι τελευταίο,
στο σπίτι γύρω νυχτερίδας πέταγμα,
μαύρα τα δέντρα, φόντο ο ουρανός,
κι ύστερα της νυχτιάς σκοτείνιασμα μοιραίο.
Ποτέ πια τη σκιά σου δε θα δω
ξανά σε κάποιο δρόμο φωτεινό.
Στην άκρη τούτου 'δώ τη σκοτεινή,
ποιανού φωνή, ποιανού φιλί σε περιμένει;
Λες και ποτέ θα μου 'χες πει.
Δε θάναι το δικό μου το φιλί,
όχι εγώ, κι ας περπατήσουμε μαζί
δε θάν' η χούφτα η δική μου με καρπούς
που απ' το χωράφι σου θα είναι μαζεμένοι.
Ησύχασε... Μα δε θα προτιμούσες να πεθαίνεις
κάτω από βρόντους κανονιών,
αντί άλλον να έχεις κι όχι εμένα;
Εγώ, αλήθεια λέω, θα προτιμούσα!
Ακόμα κι αν δεν ήμουν τώρα εδώ,
σήμερα, αύριο, τη χρονιά που μπαίνει...
Ωστόσο τη ζωή δε σου αφαιρώ,
μα παραδέξου το σε μένα, αγαπημένη,
πως να γελάσεις σ' έκανα, μπορούσα.
μετάφραση: Όλβια Παπαηλιού
- Οδός Πανός - τχ. 108, Απρίλιος 2000

Μου άρεσε τόσο η άνοιξη
Μου άρεσε τόσο η Άνοιξη πέρσι
επειδή ήσουν εδώ'
-ακόμα κι οι τσίχλες
επειδή τόσο σ' άρεσε να τις ακούς-
Μ' άρεσες τόσο.
Φέτος είναι αλλιώς,
δεν θα σε σκέπτομαι
όμως η Άνοιξη θα μου αρέσει
επειδή απλά και μόνο είναι άνοιξη.
Όπως αρέσει και στις τσίχλες.
μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

...Κι αν ανήμπορη να περπατάω στα γεράματά μου και παλιά μου πρόσωπα να βλέπω,
Κάλλιο θα 'τανε το γρηγορότερο να κοιμηθώ για πάντα.
μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου
Charlotte Mary Mew (1869-1928)
Στις 24 Μαρτίου καταπίνοντας μισό μπουκάλι απολυμαντικό στον οίκο ευγηρίας όπου είχε εισαχθεί με νευρασθένεια όταν έμεινε ολομόναχη. Tαλαιπωρημένη από τη φτώχεια μετά το θάνατο του πατέρα της, και βασανισμένη από το φόβο της παραφροσύνης, έχοντας οικογενειακό ιστορικό με δύο αδέλφια σε ιδρύματα ψυχικών παθήσεων. Υποφέροντας από παραισθήσεις, και με βαθιά κατάθλιψη μετά το θάνατο της αδελφής της με την οποία είχαν κάνει συμφωνία να μην παντρευτούν ποτέ, για να σταματήσει εκεί η γραμμή της οικογένειας, ώστε να αποκλείσουν την μετάδοση της παραφροσύνης στα παιδιά τους.

-φωτ: miggins.co.cc-
Links:
- miggins.co.cc: Charlotte Mew
- studymore.org.uk: Charlotte Mew Chronology
- theinkbrain blog: On the Road to the Sea – and four other poems
Ετικέτες G-L
Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011
59 ~ Ρενέ Κρεβέλ: απ' το γεφύρι του θανάτου
...Καμμιά προσπάθεια δε θ' αντιταχθεί ποτές στη μυστηριώδη ορμή, που δεν είναι η ορμή προς τη ζωή, αλλά το θαυμαστό της αντίθετο, η ορμή προς το θάνατο.
Αν προσπαθώ να τρώγω τον καιρό μου, αφιερώνοντας τον εαυτό μου στις σχετικές αλήθειες και στις τιποτένιες τους προφάσεις, στα εξωτερικά φαινόμενα, γρήγορα πρέπει ν' αναγνωρίσω ότι φεύγοντας την ιδέα του θανάτου δε δέχτηκα ούτε την ιδέα της ζωής, και ότι όλες μας οι πράξεις υπήρξαν μικρές στιγμιαίες αυτοκτονίες που μου λιγόστεψαν χωρίς να μ' απομακρύνουν τον πόνο. Δε θέλησανα αισθανθώ τον εαυτό μου να ζει. Κατέβηκα το σκαλί που οδηγούσε στο υπόγειο και φωτεινό μπαρ. Ήπια, χόρεψα. Η σάρκα μου γινότανε αναίσθητη. Φίλησα όλα τα στόματα για να 'μαι σίγουρος ότι δεν είχα πια ούτε πόθο ούτε αηδία. Ανάμεσα σε δυο πιοτά κατέστρωσα επιχειρήσεις, άρθρα για την αύριο. Σχεδίασα μια περιπέτεια. Και στίβιασα σχέδια επί σχεδίων. Κέντησα το δέρμα μου που είχε γίνει αδιάφορο. Δάγκασα το χέρι μου και δεν αναγνώρισα την ανθρώπινη γεύση.
Και να που η αυγή με προφταίνει ξένο στα πράματα και τα όντα. Αμάρτησα λοιπόν που βλέπω τον εαυτό μου, και υποφέρω από μια τέτοια αηδία κοιτάζοντας τον εαυτό μου: «Είναι ένα αμάρτημα να γνωρίζεις πολύ τον εαυτό σου, ένα αμάρτημα εναντίον σου», μου λέγει ο σύντροφος που κλαίει μα κοιμάται καλά. Και επιστρέφω μόνος από δρόμους που έχουν χρώμα τύψεων.
Τα δάκρυά μου δεν τρέχουν, μα δεν μπορώ να ξεκουραστώ.
... ... ...
μετάφραση: Ορέστης Κανέλλης
Υπερρεαλισμός Α
(αναδημοσίευση: Aνθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως - εκδ. Παρουσία, 1999)

Η γέφυρα του θανάτου
Θαλασσοπόρε της σιγής, η προκυμαία είναι δίχως χρώμα, άμορφη, τούτη η όχθη απ' όπου θα σαλπάρει απόψε, ωραίο πλοίο-φάντασμα, το πνεύμα σου. Άλλοτε σου ήταν αρκετό να ανάβεις εύκολα τραγούδια κι η πυρκαγιά μηχανικών κλειδοκυμβάλων φώτιζε μοναχά τη νύχτα. Στον κάθετο δρόμο, μια νέγρα καθισμένη στο κατώφλι της κρεββατοκάμαρας, μπρος στο δωμάτιο της δουλειάς της, σαν προσπερνούσε ο περαστικός, άφηνε το προσοδοφόρο μεγαλείο της, και μάζευε υπολείμματα λαχανικών και λαδιασμένα χαρτιά στο ρυάκι, μόνη ανάμνηση ενός αρχέγονου Κονγκό. Και δεν βομβάρδιζε τον άνθρωπο για την εκδίκηση μονάχα της αδιαφορίας του, μα τούτη η ρήγισσα που μεταβλήθηκε σε μέγαιρα, στο τέλος έπαιρνε μορφή πουλιού, πετούσε γύρω απ' τον περαστικό, - το θύμα της-, με γρύλλισμα περιστεριού τόσο απαλό, που αυτός ξεχνώντας τους λεκέδες στο σακάκι του, ρωτιόταξ ξάφνου μήπως έσφαλε η κοινή αντίληψη, μήπως το χρώμα των περιστεριών ήταν μαύρο.
[....]
Οι πόρνες νοιώσαν επιτέλους πως τα πόδια δεν είναι καμωμένα για τα μαρτύρια του μαύρου βελούδου μα για τη γύμνια του δέρματος πάνω στη γύμνια της άμμου. Τα τακούνια, που πάνω τους τόσους αιώνες στραβοπάτησαν, τότε συντρίφτηκαν στο σύνολό τους και δίχως σπόρους άνθη ανάβλυσαν στην άσφαλτο. Αφού δεν ήταν πια κανένα ψέμμα ανεκτό, ούτε το πιο λεπτό σα σπαγγάκι πάνινης σόλας, πέταξαν οι γαβριάδες μακρύτερα απ' τον ορίζοντα τα παντοφλέ τους. Χρώματα, εκραγήτε. Τα χέρια των κακοποιών είναι γαλάζια. Και σεις κορίτσια, αν πεθυμήσατε κόκκινα στόματα, βάφτε τα χείλια με το δάχτυλό σας κηλιδωμένο απ' τις αγάπες σας τις τελευταίες.
[....]
Στον ουρανό χορεύει το καράβι φάντασμα. Οι τοίχοι χωρίζονται που ανάμεσά τους θελήσαν να δέσουν τους ανέμους του πνεύματος. Πίσω από τις πτυχές και τη βαριά γαλήνη του βελούδου, καίει ένας ήλιος απ' αγάπη και θειάφι. Οι άνθρωποι της οικουμένης συνεννοούνται δια της μύτης. Ο ξαφνικός θερμοπίδαξ στέλνει στο διάβολο κάθε λιθάρι που χρησιμοποίησαν όσοι προσπάθησαν να ντύσουν το χώμα. Είναι μια γέφυρα στον μικροσκοπικό πλανήτη, που φέρνει ίσια στην ελευθερία.
Απ' το γεφύρι του θανάτου, ελάτε να δείτε, όλοι σας ελάτε να δείτε τη γιορτή που αχνολάμπει.
μετάφραση: Εύμολπος Συναδηνός
Οδός Πανός - τχ. 2, Μάιος 1981

Οι ευθείες γραμμές πηγαίνουν πολύ γρήγορα για να προλάβουν να εκτιμήσουν τις χαρές του ταξιδιού. Ορμούν κατευθείαν στο στόχο τους και στη συνέχεια πεθαίνουν πάνω στην ίδια εκείνη στιγμή του θριάμβου τους, χωρίς να έχουν στοχασθεί, αγαπήσει, βασανιστεί, ή διασκεδάσει. Οι διακεκομμένες γραμμές δεν ξέρουν τι θέλουν. Με τα καπρίτσια τους κομματιάζουν το χρόνο, κακοποιούν τα δρομολόγια, κουτσουρεύουν τα χαρωπά λουλούδια και σχίζουν τα ειρηνικά φρούτα με τις γωνίες τους. Με τις καμπύλες γραμμές είναι μια άλλη ιστορία. Το τραγούδι της καμπύλης γραμμής ονομάζεται ευτυχία.
μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
René Crevel (1900-1935)
Τη νύχτα της 18ης Ιουνίου ανοίγοντας τη στρόφιγγα του γκαζιού στην κουζίνα του σπιτιού του, στο Παρίσι. Με οικογενειακό ιστορικό αυτοκτονίας (ο πατέρας του κρεμάστηκε όταν ο Ρενέ ήταν στα δεκατέσσερα χρόνια του και βρισκόταν σε μια δύσκολη φάση της ζωής του), με προβλήματα υγείας και εξουθενωμένος από την ολοήμερη άκαρπη προσπάθειά του να πείσει για την επάνοδο της ομάδας των υπερρεαλιστών, που είχαν αποβάλει από το 1ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας.

-φωτ: surrealisme.skynetblogs.be-
Ετικέτες G-L


