χωρίς άλλη αναβολή

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

48 ~ Ζαν-Ζοζέφ Ραμπεαριβέλο: Όλη μου η σκέψη περιβάλλει τρυφερά τους δικούς μου

Οι κόρες της βροχής

Άκου τις κόρες της βροχής
που κυνηγιούνται τραγουδώντας
και γλυστρούνε στα νερά του ποταμού
πάνω σε πήλινες σχεδίες
ή πάνω στα σπαθόχορτα που αγκαλιάζουν
τα σπίτια μας και τα σκεπάζουν.

Άκου πώς τραγουδούν οι κόρες
κι είναι τόσο παθιάρικα τα όσα τραγουδούνε
που γίνονται λυγμοί, αναφυλλητά,
ύστερα ψίθυροι εμπιστευτικοί και σιωπή...

Ίσως για να επιτρέψουν ν' ακουστεί καλύτερα
κείνο το κάλεσμα του πουλιού που σε αναστατώνει.

Ένα μοναχικό πουλί μες στην καρδιά της νύχτας
που δε φοβάται να το πάρουν οι Νεράιδες.
Ω θαύμα! ω δώρο που δεν περιμένεις!

Γιατί γυρίζεις τόσο αργά;
Μήπως σου πήρε άλλος τη φωλιά σου
σαν γύριζες για ένα όνειρο στην άκρια του κόσμου;

μτφ: Ρίτα Μπούμη Παπά

Αυλητές

Έφτιαξες τον αυλό σου
με κόκκαλο ποδιού αντρειωμένου ταύρου
και τον εστίλβωσες στ' άγρια ξεροβούνια
μαστιγωμένα από τον ήλιο.
Συ τον αυλό σου
τον έκοψες σε καλαμιώνα που τρεμουλιάζει και στην αύρα
και τον ετρύπησες στην όχθη ποταμού που κύλαγε
μεθυσμένος απ' του φεγγαριού τα όνειρα.

Παίζετε κι οι δυο μαζί μες στη βαθειά βραδυά,
σαν για να συγκρατήσετε τη σφαιρική πιρόγα
που περιστρέφεται στις όχθες τ' ουρανού
ζητώντας να λευτερωθεί
από τη μοίρα της:
ποιος ξέρει, οι θλιμένοι σας σκοποί,
ν' ακούγονται απ' τους θεούς του ανέμου,
της γης, του δάσους
και της άμμου;

Ο αυλός σου εσένα
ηχεί σαν ποδοβολητό ταύρου που 'χει μανιάσει
και τρέχει προς την έρημο
και ξανά έρχεται δρομαίος
φρυγμένος απ' τη δίψα και την πείνα
και τον κατανικάει ο κόπος
στη ρίζα ενός δέντρου δίχως ίσκιο
δίχως καρπό και δίχως φύλλα.

Ο δικός σου αυλός
είναι χλωρό καλάμι που λυγίζει
κάτω απ' το βάρος διαβατάρικου πουλιού —
όχι πουλιού που 'πιασε ένα παιδί
κι ορθώνει φοβισμένο τα φτερά του,
μα ενός πουλιού που απ' το κοπάδι του το χώρισαν
και που παρηγοριέται βλέποντας την ίδια του σκιά
μες στο νερό που τρέχει.

Τόσο ο δικός σου αυλός
όσο και ο δικός του —
μες στα λυπητερά τραγούδια τους
κλαίνε για την καταγωγή τους.

μτφ: Ρίτα Μπούμη Παπά

Ανοιξιάτικη αυγή

Έχεις ποτέ ιδεί την Αυγή
να 'ρχεται μέσα στη νύχτα
βάφοντας το δενδρόκηπο ρόδινο;

Έρχεται, κοίτα,
από το ανατολικό μονοπάτι
στολισμένη με τ' άνθη των κρίνων.

Με γάλα περιλούστηκεν όλη
καθώς τα παιδιά του καιρού του παλιού
που θηλάζονταν από τις δαμάλες.

Τα χέρια της -κρατώντας πυρσούς-
είναι μαύρα και μπλε
ωσάν τα χείλια των κοριτσιών
που τρώνε βατόμουρα.

Πετώντας άξαφνα, τα πουλιά,
που 'χουν πιαστεί στίς παγίδες της,
προβάλλουν μπροστά της ένα ένα.

μτφ: Αθανάσιος Β. Νταουσάνης

Κάποια μέρα θα φανεί (XIX)

Κάποια μέρα θα φανεί
ο νέος ποιητής που θα βγάλει αληθινή
την απραγματοποίητη ευχή σου' θα 'ρθει
να γνωρίσει τα βιβλία σου, σπάνια
όσο τα λουλούδια κάτω από τη γη'
βιβλία γραμμένα για μιαν εκατοντάδα
φίλους, όχι για πολλές χιλιάδες,
ούτε για μία.

Στο σκιερό κόλπο, όπου θα σε μελετά
με το μοναχικό φως της καρδιάς του,
όπου τώρα η δική σου καρδιά χτυπά,
δε θα σκέφτεται πως υπάρχεις
στα ειρηνικά κύματα
πού γεμίζουν παντοτινά το ανήλιαγο βαθύ'
μήτε στην άμμο, ή στο Κόκκινο χώμα,
μήτε κάτω από τους βράχους που 'χουν
καταφαγωθεί από λειχήνες
κι απλώνονται πίσω απ' αυτόν,
στη χώρα των ζωντανών'
τυφλή και κουφή από την εποχή της Γένεσης.

Θα σηκώσει το κεφάλι του
και θα σκεφτεί πως ψηλά στους ουρανούς,
ανάμεσα στ' αστέρια και στους ανέμους,
είναι χτισμένος ο τάφος σου.

μτφ: Αθανάσιος Β. Νταουσάνης

Γαλάζια Σημειωματάρια

6 Ιουλίου 1933, 9:17

Έπαιζα σαν τρελλός μέχρι το πρωί. Έπινα σαν την άμμο της θάλασσας. Τα μεσάνυχτα είχα χάσει όλα όσα είχα επάνω μου…
Γύρισα και πήρα όσα μετρητά είχαμε η γυναίκα μου κι εγώ…
Τα ξανάχασα…

Καημένη Μαίρη! Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσεις μόνη σου, και με όλο το κουράγιο σου, όλα τα χρέη μας για τον Ιούνιο! Ξέρεις καλά πως δεν πρόκειται για κακία από την μεριά μου…

μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

Γαλάζια Σημειωματάρια

22 Ιουνίου 1937
(τελευταίες στιγμές)

14:09 Θα με κατηγορήσετε γι αυτό το θάνατο αλλά κι αυτός ο Γαλιλαίος ακόμα, ένα είδος αυτοκτονίας είχε επιλέξει.

14:37 Όλη μου η σκέψη περιβάλλει τρυφερά τους δικούς μου.

14:51 Αγκαλιάζω το οικογενειακό άλμπουμ... Στέλνω ένα φιλί στα βιβλία του Μπωντλαίρ που έχω στο άλλο δωμάτιο

15:02 Μαίρη, Παιδιά. Σ’ εσάς οι σκέψεις μου... οι τελευταίες...

μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου


Jean-Joseph Rabéarivelo (1901–1937)
Στις 22 Ιουνίου, στην Ταναναρίβη με κυανιούχο κάλιο. Πληγωμένος από το θάνατο της μικρής κόρης του, εθισμένος στο όπιο, καταθλιπτικός, παγιδευμένος στην μίζερη ζωή που ζούσε στην Μαδαγασκάρη, και εξαντλημένος οικονομικώς - εξ αιτίας του πάθους του για τον τζόγο και των χαμηλά αμειβομένων θέσεων εργασίας που δεν του επέτρεπαν να παράσχει υποστήριξη στην οικογένειά του. Αφορμή, η απελπισία του που δεν μπόρεσε να εκπληρώσει το μεγάλο όνειρο της ζωής του - να ζήσει και να εργασθεί στην Γαλλία -, όταν η αποικιακή διοίκηση, παραβλέποντας το λογοτεχνικό κύρος του, αρνήθηκε το αίτημά του να εκπροσωπήσει την Μαδαγασκάρη στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, και έστειλε, αντ' αυτού, μια ομάδα μπάσκετ από υφαντουργούς. Στο προσωπικό του ημερολόγιο (Calepins Bleu) καταγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.




- Τα δύο πρώτα ποιήματα είναι από την παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης
"ο μαύρος αδελφός"
της Ρίτας Μπούμη Παπά - εκδ. Τύμφη, 1973
- Το τρίτο και το τέταρτο ποίημα είναι από την ανθολογία του Αθανασίου Β. Νταουσάνη Η ποίηση της Μαύρης Αφρικής - εκδ. Ροές, 1992 και 2003

(φωτ: poesies.net)


Links:
- Jean Joseph Rabearivelo
- Ζαν-Ζοζέφ Ραμπεαριβέλο

από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 25.8.10 2 comments

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

47 ~ Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ: Θα νιώθω τρομερά μόνος

Όλη η θλίψη της πόλης έφθασε ξαφνικά μαζί με τις πρώτες κρύες βροχές του χειμώνα και δεν υπήρχαν πια στέγες στα ψηλά άσπρα σπίτια καθώς περπατούσες, παρά μόνον η υγρή μαυρίλα του δρόμου και οι κλειστές πόρτες των μικρών μαγαζιών, οι μικροπωλητές των βοτάνων, τα χαρτοπωλεία και τα περίπτερα με τις εφημερίδες, η μαμμή - δευτεροκλασάτη -, και το ξενοδοχείο όπου είχε ξεψυχήσει ο Βερλαίν, εκεί που κι εγώ κρατούσα ένα δωμάτιο στον τελευταίο όροφο για να δουλεύω.

Ήταν έξι ή οκτώ σκάλες μέχρι τον τελευταίο όροφο, έκανε πολύ κρύο και ήξερα πόσο πολύ θα κόστιζε μια δεσμίδα από μικρά κλαράκια, τρία συρματόδετα δεμάτια σχισμένου πεύκου σε μέγεθος μισού μολυβιού για ν' αρπάξουν φωτιά από τα κλαράκια, και ακόμα ένα δεμάτι μισόστεγνα μακριά σκληρά ξύλα που έπρεπε να αγοράσω για να κάνω μια φωτιά που θα ζέσταινε το δωμάτιο. Έτσι πήγα στην απέναντι πλευρά του δρόμου και μες τη βροχή σήκωσα το βλέμμα στη στέγη για να δω αν λειτουργούσε καμμιά καμινάδα και κατά πού πήγαινε ο καπνός. Καπνός δεν υπήρχε και σκέφθηκα πόσο κρύα θα ήταν η καμινάδα και πιθανόν δεν θα τραβούσε και ίσως το δωμάτιο γέμιζε καπνό, και τα καύσιμα θα ξοδεύονταν άσκοπα, και μαζί μ' αυτά και τα χρήματα, κι έτσι συνέχισα να περπατώ μες στη βροχή.
(A moveable Feast - A Good Café on the Place St.-Michel)

μτφ: Ιωάννα Μοάτσου Στρατηγοπούλου

Ο ήλιος ανατέλλει ξανά

Κάποιος ζήτησε τη Ζωρζέτ για χορό, και εγώ τράβηξα για τον πάγκο. Έκανε πραγματικά πολλή ζέστη και η μουσική του ακορντεόν ήταν ευχάριστη μέσα στη θερμή νύχτα. Ήπια μια μπύρα όρθιος στο κατώφλι, με τ' αεράκι του δρόμου να με δροσίζη. Δυο ταξί κατέβαιναν τον απότομο δρόμο. Και τα δύο σταμάτησαν απέναντι από το χορό. Μια παρέα νεαροί, μερικοί με ζέρσεϋ και άλλοι με πουκάμισο, ξεχύθηκαν έξω. Στο φως της εισόδου μπορούσα να διακρίνω τα χέρια τους και τα φρεσκολουσμένα κυματιστά μαλλιά τους. Ο αστυφύλακας που έστεκε στην πόρτα με κοίταξε και χαμογέλασε. Μπήκαν μέσα. Καθώς έμπαιναν, είδα κάτω από το φως λευκά χέρια, κυματιστά μαλλιά, λευκά πρόσωπα να μορφάζουν, να χειρονομούν, να μιλούν. Μαζί τους ήταν και η Μπρέτ. Ήταν γοητευτική και φαινόταν πολύ ευχαριστημένη ανάμεσα τους.

Ένας απ' αυτούς διέκρινε τη Ζωρζέτ και είπε:
— Μα την πίστη μου. Να ένα πραγματικό τσουλί. θα χορέψω μαζί της, Λετ. Κοίτα να δής.

Ο ψηλομελάχροινος που λεγόταν Λέτ, είπε:
— Μην κάνης ανοησίες.

Ο ξανθοκατσαρομάλλης απάντησε:
— Μην ανησυχής, γλύκα μου.

Και μ' αυτούς ήταν η Μπρέτ.

Ήμουν πολύ θυμωμένος. Οπωσδήποτε, τέτοιου είδους ανθρωποι πάντα με νευρίαζαν. Ξέρω ότι ο κόσμος τούς θεωρεί διασκεδαστικούς και ότι πρέπει να είμαστε ανεκτικοί, αλλά εγώ νιώθω πάντα την επιθυμία να τους πετάξω κάτι στη μούρη για να σπάσω αυτή την υπεροπτική και βλακώδη στάση. Αντί γι' αυτό, κατηφόρισα το δρόμο και ήπια μια μπύρα στο μπαρ του επομένου κέντρου. Η μπύρα δεν ήταν καλή και κατέβασα ένα κονιάκ, που ήταν χειρότερο για να στρώσω τη γλώσσα μου. Όταν γύρισα στο χορό, ο κόσμος είχε πλημμυρίσει την πίστα και η Ζωρζέτ γυρόφερνε με τον ψηλό ξανθό νεαρό, που με τα μάτια γλαρωμένα και το κεφάλι πλαγιασμένο χόρευε κουνώντας τα χοντρά πισινά του. Μόλις ταμάτησε η μουσική, κάποιος άλλος απ' αυτούς της ζήτησε να χορέψη μαζί του. Την είχαν πάρει μαζί τους. Ήξερα πια ότι όλοι θα χόρευαν μαζί της. Το ίδιο είναι όλοι τους.

μετάφραση: Νίκος Σαρλής

"Το ψάρι είναι φίλος μου" είπε δυνατά. "Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι". Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ' αστέρια"
Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται. Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε.
Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτωσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό. Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε. Όμως αξίζουν να το φάνε; Όχι βέβαια. Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε. Όμως πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ' αστέρια. Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια.
(Ο γέρος και η θάλασσα)

"Άκου" είπα. "Στο ξαναλέω. Δεν μεταφέρω τίποτα που να μιλάει. Το λαθραίο αλκοόλ δεν μιλάει. Οι νταμιτζάνες δεν μιλάνε. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν μιλάνε. Οι άνθρωποι δεν μιλάνε".
(Να έχεις και να μην έχεις)

"Ναι" είπε ο Τόμας Χάντσον. "Θα νιώθω τρομερά μόνος".
Μελαγχόλησε αμέσως μόλις έφυγαν τα αγόρια. Όμως σκέφθηκε ότι εκείνα θεωρούσαν φυσιολογική τη μοναχικότητά του κι έτσι συνέχισε να δουλεύει. Το τέλος του κόσμου ενός ανθρώπου δεν έρχεται όπως απεικονίζεται σ' έναν από τους σπουδαίους πίνακες του κυρίου Μπόμπι. Έρχεται όταν ένα παιδί από το νησί σού φέρνει ένα τηλεγράφημα από το τοπικό ταχυδρομείο και σου λέει: "Παρακαλώ υπογράψτε στο αποσπώμενο κομμάτι του φακέλου. Λυπούμαστε πολύ, κύριε Τομ".
(Νησιά της Καραϊβικής)

Ήταν ένα 256 Μάνλιχερ Σενάουερ με την παλιά κάννη των δεκαοχτώ ιντσών, απ' αυτά που δεν επιτρεπόταν πλέον να πωλούνται. Ο κόπανος και ο βραχίονας είχαν πάρει το χρώμα του καρυδιού από το λάδι και το τρίψιμο, και η κάννη, επειδή τριβόταν μήνες στη θήκη της σέλας, ήταν γυαλιστερή, δίχως ίχνος σκουριάς.
(Νησιά της Καραϊβικής)

μτφ: Κατερίνα Παπαδημάτου


Ernest Miller Hemingway (1899-1961)
Στις 2 Ιουλίου, στο σπίτι του, στο Κέτσαμ, του Αϊντάχο,
με αυτοπυροβολισμό στο κεφάλι - με τον ίδιο τρόπο που
είχε αυτοκτονήσει και ο πατέρας του - ενώ είχε προηγηθεί
άλλη απόπειρα την άνοιξη της ίδιας χρονιάς.




- Τα αποσπάσματα από τα βιβλία Ο γέρος και η θάλασσα, Να έχεις και να μην έχεις, Τα νησιά της Καραϊβικής είναι σε μετάφραση της Κατερίνας Παπαδημάτου και περιλαμβάνονται στο βιβλίο των Χίλαρυ Χεμινγουέι και Καρλίν Μπρένεν Ο Χέμινγουέι στην Κούβα - εκδ. Μεταίχμιο, 2004
- Το βιβλίο Ο ήλιος ανατέλλει ξανά, απ' όπου το απόσπασμα, είναι έκδοση Βίπερ της Papyros Press, 1973

(φωτ: jfklibrary.org)

Link:
- Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Είμαστε πάντα τυχεροί, στα Αυτοβιογραφικά

από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 2.8.10 0 comments