χωρίς άλλη αναβολή

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

77 ~ Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα: Είδα, αγάπησα και κατανόησα περισσότερα από άλλους

Η πίστη του Ουέι Σένγκ

O Ουέι - Σένγκ, σκυθρωπός κι αμίλητος, έσυρε τα βήματά του πάνω στην άμμο, κάτω απ' το γεφύρι. Το νερό λίγο λίγο ήρθε κι αυτό και χάδεψε την άμμο στα πόδια του. Την ίδια ώρα απ' τη μεριά του ποταμιού έφτασε η ευωδιά της καλαμιάς. Ατένισε πάνω κατά το γεφύρι. Είδε μονάχα το κιγκλίδωμα, μαύρο, αιχμηρό να προβάλλει στον ουρανό που το γαλάζιο φως του, χανόταν καθώς ο ήλιος άγγιζε στη δύση του. Ο Ουέι - Σενγκ έμεινε ακίνητος.

Κάτω απ' το γεφύρι το ποτάμι έβρεχε τα σαντάλια του. Κρυότερο κι από ατσάλι το νερό φούσκωνε σιγά σιγά. Πολύ γρήγορα —ήταν βέβαιος γι' αυτό— τα γόνατά του, το στήθος του θα σκεπάζονταν απ' το υγρό στοιχείο. Να, τα δυο του κιόλας πόδια ήταν βυθισμένα στο νερό που ολοένα ανέβαινε... Κι όμως η Κυρά του δεν φαίνονταν ακόμη...
Ρασομόν

Ήταν ένα παγερό σούρουπο. Ο υπηρέτης ενός σαμουράι είχε καταφύγει στο Ρασομόν περιμένοντας να κοπάσει η βροχή. Κανείς άλλος δεν βρισκόταν κάτω απ' τη μεγάλη πύλη. Στην κεντρική κολώνα που το άλικο χρώμα της είχε φύγει εδώ-κει, κούρνιαζε ένα τριζόνι. Κανονικά αυτή την ώρα της νεροποντής το Ρασομόν θα 'πρεπε να προσφέρει την προστασία του σε περισσότερους, φτωχούς κι ευγενείς, μια και βρίσκεται πάνω στο μεγάλο δρόμο του Σουτζάκου. Μα κανείς άλλος δεν βρισκόταν εκεί έξω απ' αυτόν τον άνθρωπο.

Τα τελευταία χρόνια που πέρασαν ήταν για το Κυότο όλο συφορές. Σεισμοί, καταιγίδες, πυρκαγιές το παίδεψαν για καλά. Τα παλιά βιβλία λένε πως ξύλα απ' τους ναούς ακόμα και κομμάτια από τ' αγάλματα του Βούδδα, αφού έβγαζαν το λούστρο, τα ασήμια και τα χρυσόφυλλά τους, πουλιώνταν στους δρόμους για φωτιά. Στην κατάσταση που βρισκόταν το Κυότο δεν υπήρχε θέμα να επισκευασθεί το Ρασομόν. Αυτή η ερήμωση ξεθάρρεψε τις αλεπούδες και τ' άλλα αγρίμια να χτίσουν τις φωλιές τους στα ερείπια της πύλης. Έπειτα οι κλέφτες κι οι ληστές έβρισκαν σίγουρο κρυψώνα εκεί. Στο τέλος κατάντησε συνήθεια να φέρνουν και τους φτωχούς που πέθαιναν και να τους εγκαταλείπουν εκεί. Κι όταν έπεφτε το σκοτάδι το Ρασομόν έπαιρνε τέτοια φοβερή όψη που δεν δοκίμαζε κανείς να κοντοζυγώσει.

Κοπάδια τα κοράκια φτερούγιζαν από πάνω. Όσο ήταν μέρα γυρόφερναν τη σκεπή της πύλης γεμίζοντας τον αγέρα με τις κρωξιές τους. Όταν ο ουρανός αναβοκοκκίνιζε με τη δύση του ήλιου, κούρνιαζαν στην πύλη. Τότε το Ρασομόν έμοιαζε σαν να το είχες πασπαλίσει με σουσάμι. Τόσα πολλά μαζεύονταν.
Σιρό

Ο Σιρό αποδιωγμένος από τ' αφεντικά του τριγύριζε στα σοκάκια του Τόκυο. Όπου όμως κι αν βρέθηκε δεν κατάφερε να ξεχάσει πως ήταν ένας μαύρος σκύλος. Ταράχτηκε σαν κοίταξε μέσα στον καθρέφτη ενός κουρείου. Ταράχτηκε από τις λακούβες του δρόμου που γεμάτες βροχή αντανακλούσαν το θόλο του ουρανού και κείνον μαζί. Γέμισε θλίψη από τα τζάμια των βιτρινών που πάνω τους καθρεφτίζονταν τα φρέσκα δεντρόφυλλα του δρόμου. Ακόμη και τα ποτήρια τα ξεχειλισμένα μαύρη μπύρα πάνω στα τραπέζια των καφενείων σχημάτιζαν τη μορφή του. Τι θα γινόταν μ' αυτόν; Βλέπετε κείνο το αυτοκίνητο; Εκείνο το αυτοκίνητο το παρκαρισμένο έξω από το πάρκο; Το αστραφτερό του χρώμα, καθώς περπατούσε πλάι του, αντανακλούσε τη σιλουέτα του Σιρό σαν να ήταν καθρέφτης. Τίποτα δεν καθρέφτιζε το Σιρό τόσο τέλεια όσο εκείνο το μεγάλο αυτοκίνητο. Πόση ήταν έκπληξή του σαν είδε μέσα το είδωλό του! Να βλέπατε μόνο το πρόσωπο του! Ο Σιρό γόγγυξε με πίκρα και γρήγορα γλίστρησε μέσα στο πάρκο.
Η γιάμπολη

Να είχε έρθει τάχα στον κόσμο ο ήρωας της ιστορίας για να μαζεύει πάνω του όλες τις προσβολές; Αυτός ήταν ο προορισμός του στη ζωή; Όχι. Όχι ακριβώς. Τα τελευταία πέντε - έξη χρόνια τον είχε πιάσει μια σφοδρή μανία για τη γιάμπολη. Η γιάμπολη ήταν ένα κουρκούτι καμωμένο με κομμάτια γλυκόρριζας που τα έβραζαν μέσα σε γλυκό αραρούτι. Εκείνη την εποχή αυτό το κουρκούτι ήταν η καλύτερη λιχουδιά ακόμη και για το πλούσιο τραπέζι του άρχοντα του τόπου. Οι κατώτεροι αξιωματούχοι σαν το Γκόι μόνο μια φορά το χρόνο είχαν την ευκαιρία να τη δοκιμάσουν, όταν ήταν επίσημα προσκαλεσμένοι στο παλάτι του άρχοντα. Μα και τότε δεν κατάφερναν παρά να βρέξουν ίσα-ίσα τα χείλια τους. Έτσι ζούσε τόσο καιρό με τον κρυφό πόθο να φάει, να χορτάσει κάποτε με γιάμπολη. Αυτή την επιθυμία του βέβαια δεν την είχε εμπιστευτεί ποτέ σε κανένα. Κι ο ίδιος ακόμη ίσως δεν καταλάβαινε καλά - καλά πως αυτό είχε γίνει ο σκοπός της ζωής του. Κι όμως χωρίς να υπερβάλλει κανείς θα μπορούσε να πει πως αυτή ήταν η αλήθεια. Είναι φορές που ο άνθρωπος αφιερώνεται σε μια ιδέα, σ' ένα σκοπό, άσχετο αν δεν πιστεύει πως θα εκπληρωθεί ποτέ. Όσοι κάτι τέτοια τα θεωρούν κουταμάρες, δεν έχουν μπει στο νόημα της ζωής. Είναι μόνο θεατές της.
Ένας μάρτυρας

Ξαφνικά τα μάτια του ομπρελά και του Συμεών και μαζί όλων κει γύρω έπεσαν για πρώτη φορά σε δυο πάλλευκα, βελούδινα στήθια που ορθώνονταν ανάμεσα απ' τα κουρέλια του αγγέλου που κείτονταν κατάχαμα στην πύλη της Σάντα Λουτσία. Οι φλόγες της φωτιάς έβαφαν καταπόρφυρο το νεανικό κορμί σαν να το έλουζε το αίμα του Σταυρωμένου Χριστού. Το παραμορφωμένο απ' το κάψιμο κάποτε ωραίο πρόσωπο, η φυσική λεπτότητα κι η ομορφιά του δεν μπορούσαν άλλο να κρυφτούν. Μόνο μια στιγμή —που φάνηκε αιώνας— χρειάστηκε για να καταλάβει ο κόσμος πως ο Λορέντζο δεν ήταν αγόρι αλλά κορίτσι. Ναι, ο Λορέντζο ήταν κορίτσι. Ενώ οι λαμπάδες της φωτιάς υψώνονταν ακόμα στον ουρανό, οι αδελφοί σχημάτισαν περίτρομοι κύκλο γύρω στο Λορέντζο και στήλωσαν τα όλο απορία μάτια τους πάνω του. Αυτός που είχε κατηγορηθεί άδικα για μια τέτοια πράξη δεν ήταν παρά μια κοπέλα όπως ήταν και η κόρη του ομπρελά.

Ένας ιερός φόβος λένε ότι τους κυρίεψε. Σα ν' άκουσαν μέσα απ' τα τρίσβαθα του αστέρινου θόλου τη φωνή του Θεού. Οι Χριστιανοί είχαν κρεμάσει τα κεφάλια όπως τα στάχυα που τα δέρνει ο άνεμος. Γονάτισαν τριγύρω στο Λορέντζο. Δεν ακούγονταν παρά ο θόρυβος της φωτιάς που έγλειφε τον κάτασπρο ουρανό και ο θρήνος του κόσμου. Κάπου εκεί έκλαιγε με λυγμούς η κόρη του ομπρελά και ο Συμεών που ήταν ο καλός του φίλος, ο αδελφός του. Τη σιωπή την τάραξε η θλιμμένη αλλά επιβλητική ψαλμωδία του Άγιου Ηγούμενου. Όταν την απόσωσε κατέβασε τα υψωμένα χέρια.
— Λορέντζο, είπε ενώ η κοπέλα ανάπνεε με δυσκολία.

Ένα γαλήνιο χαμόγελο της σφράγιζε τα χείλια. Έσβηνε. Τα όμορφα μάτια της ατένιζαν την ουράνια δόξα μέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας.

Κανείς δε γνωρίζει τίποτ' άλλο για τη ζωή αυτού του κοριτσιού. Κι έπειτα σε τι θα χρησίμευε; Το μεγαλείο της ζωής βρίσκει το κορύφωμά του στη στιγμή της θείας έμπνευσης. Ο άνθρωπος θα δώσει αξία στη ζωή του αν τινάξει προς τα πάνω ψηλά μέσα στον κάταστρο ουρανό ένα κύμα, πέρα απ' τη θάλασσα των βάσανων και των καημών του κόσμου, για να καθρεφτιστεί πάνω στον κρυστάλλινο αφρό του το φως της σελήνης που κάποτε θ' ανατείλει. Και τότε εκείνοι που θα ξέρουν τα πιο πολλά για το Λορέντζο δε θα 'ναι εκείνοι που βρέθηκαν κοντά του στις τελευταίες στιγμές της ζωής του;

μετάφραση: Κυριάκος Ντελόπουλος
Τέτοιος εκούσιος θάνατος δεν μπορεί παρά να μας χαρίζει γαλήνη, αν όχι ευτυχία. Τώρα που είμαι έτοιμος, βρίσκω τη φύση πιο όμορφη από ποτέ, όσο παράδοξο κι αν ηχεί αυτό. Είδα, αγάπησα και κατανόησα περισσότερα από άλλους. Σ' αυτό, τουλάχιστον, έλαβα κάμποση ικανοποίηση, παρ' όλο τον πόνο που άντεξα μέχρι τώρα.

(μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου)


Ryūnosuke Akutagawa [芥川 龍之介] (1892–1927)
Στις 24 Ιουλίου, σπίτι του, στο Τόκιο, με ισχυρή δόση βαρβιτουρικών, διαβάζοντας την Αγία Γραφή. Σωματικώς και διανοητικώς εξουθενωμένος, υποφέροντας από παραισθήσεις και από την παράνοια ότι έχει κληρονομήσει την ψυχική νόσο της μητέρας του, και έχοντας προβεί σε μία ακόμα απόπειρα, την ίδια χρονιά. Με μακάβριες σκέψεις, εσωστρεφής, αποξενωμένος και νιώθοντας αποτυχημένος με την ιδέα ότι τα γραπτά του ήταν ασήμαντα.

(φωτογραφία: sakai.zaq.ne.jp)

- Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο Ρ. Ακουτάγκαβα: Ρασομόν και άλλα διηγήματα
Μετάφραση: Κυριάκος Ντελόπουλος
Εκδόσεις: Γρηγόρη, 1970


από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 22.10.12 0 comments