χωρίς άλλη αναβολή

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

2 ~ Κοραλία Θεοτοκά: Όλα τελειώνουνε στο μαύρο

Η κεντρική οδός

Αυτή η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας
Δεν έχει χελιδόνι, δεν έχει ουρανό.
Μεταλλικός ο ήχος της τους τοίχους της σταυρώνει
Κι οι κήποι λησμονήθηκαν μες στων νεκρών τα μάτια.

Αυτή η κεντρική οδός αδιαφορεί στις φλόγες και στο αίμα
Γελάς κι η υπεροψία της καπνίζει
Βουλιάζεις στη μονοτονία της ασφάλτου
Τα βιαστικά σου βήματα, λαβύρινθος θανάτου.

Δέστε σκοινιά να κρατηθώ μέσα στις μνήμες
Με τ’ άσπρα δέντρα και τις πορφυρές σκιές,
Πάνω στα στήθη των ωραίων αγαλμάτων
Στη χάλκινη ακινησία των αλόγων
Μες στα χαμόγελα γυμνών παιδιών
Που σαν κοράλλια απολιθώθηκαν στην αγκαλιά της.

Τι ωφελούν τα συντριβάνια
Μέσα στη δυναστεία των ανέμων;
Η φωνή μου χάνεται στις φωνές του πλήθους,
Στα πέτρινα σπίτια, στους κρότους των μηχανών.
Πίσω απ’ τα κάγκελα οι θησαυροί,
Σκόνη πυκνή κι αμείλικτη σαν τελευταία κρίση.

Μακριά, με δροσερό κρασί
Και το πουλίς της Άνοιξης στα ουράνια.
Μακριά! Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας.

Δέος

Έσπασ’ ο ήχος τη φωτιά, και τα χλωρά σου δάχτυλα πληγώνουν τ’ άστρα.
Βροντάς καμπάνες κεραυνών, ορμάς, γεννάς, γιορτάζεις
Λάμπεις καινούργιαν Άνοιξη, λάμπεις καινούργιο θάμα
Ωραία, μόνη, τραγική και παραδείσια σκέψη
Ωραία, μόνη, τραγική, σκέψη ανθρωποχαλάστρα
Π’ ανατριχιάζεις παίζοντας της χίμαιρας το δράμα.

Φύσης τυφλής ιέρεια και θείας δημιουργίας
Σκορπίζεις χώμα και νερά και τους ρυθμούς σπαράζεις.
Πετάς στο φως, στην γαλανή των ουρανών της στέψη.
Πετάς το βάρος λύνοντας προαιώνιας μαγείας.

Φεύγεις αποστρακίζοντας την πίστη σου στα πέρατα
Σέρνοντας στ’ άδεια στήθη σου τα δακρυσμένα βρέφη
- Άσπρισ’ η γη, πετρώσανε τα χέρια -
Πάνε χιλιάδες χρόνια
Που τη ζωή σου ζύγισες στων ιερών ταύρων τα κέρατα
Που την ψυχή σου τύλιξες στα νέφη.

Πάνε χιλιάδες χρόνια
Που ο κρότος απ’ το δεκανίκι σου διώχνει τα περιστέρια.

Έσπασ’ ο ήχος τη φωτιά, και τα χλωρά σου δάχτυλα πληγώνουνε τ' αστέρια.

Ο αγαπημένος ήταν Οκτώβρης με πουλιά
χόρταινε φως τα μάτια μου
τον ήπιε το νερό στο χώμα.
Θέλω να γεννηθώ ξανά για να τον κλάψω.
Όλα τελειώνουνε στο μαύρο...
*
Πηχτός Οκτώβρης, κατεβάζει σύννεφα πουλιά
και γω κελαηδώ στην ερημιά μαδώντας άνθη.
Το αίμα το δικό μου δεν ξημέρωσε στο φιλί σου.
Όχι δεν μερώνω έτσι, δεν υπάρχω...
*
Αισθηση θερισμένη με τον αέρα
εκείνον τον βέβαιο Οκτώβρη
που πήρε τη θάλασσα μαζί του...
Μην αγριεύεις πάλι αγαπημένε
σ' αυτό το στερνό καλοκαίρι
που ο χωρισμός κι η αλλαγή
δεν κοστίζουν τίποτα.
Ήσουν ο διάδοχος του Ήλιου
εσύ ο καινούργιος
με ξάφνιασες με τη μέθοδο
της πλημμύρας
πόσο στέγνωσαν όλα ξανά
η ίδια ξύλινη γεύση.
Αλλά το άδειο είναι γεμάτο θεούς...
*
Έχω αντοχή
φτάνει να πεις "μαζί"...
*
-Αγρυπνείτε λοιπόν, μην ξυπνήσω
Μόνο εδώ υπάρχω, μόνο μ' αυτόν υπάρχω.
*
Μακριά από τους πίδακες των ματιών σου
μακριά από το μαντείο του στήθους σου
φεύγω με τα κοπάδια τα παιδιά
που δίνουνε τον εαυτό τους μ' ένα σύνθημα.
Άθροισες σε μια νύχτα τη ζωή μου
γέμισες τ' άδειο κρεβάτι με σπασμούς
με βεγγαλικά την ερημιά της κάμαρας.
Δεν έμαθες τι χρειάζεται για να επιπλέεις,
την επίσημη γλώσσα, τα ψέματα,
και με τον πάταγο των δακρυγόνων εξαφανίστηκες
μέσα στην αυγή με τα μονοξείδια.
Κυκλωμένη από τις κοινές κραυγές
άνοιξα το παράθυρο φώναξα:
-Έχει ο καιρός γυρίσματα.
*
Εσύ, με τις λάμψεις από το αίμα
θ' αντέξεις.
Θα κλείνεις τη γροθιά σου μαχαίρι
γι' αυτούς που δεν μοίρασαν σωστά το χώμα
θα καταριέσαι αυτούς που φοράνε καπέλα.
Ξόδεψα τ' οξυγόνο μου για σένα,
το παρασύνθημα είναι θάνατος, φυλάξου
στην άλλη ζωή θ' ανταμώσουμε.

Θα ξανασμίξουμε. Τούτα τα δύο «εγώ», που 'γιναν ένα «Εσύ», δεν μπορεί να διαλυθούν, κάπου θα πλανιούνται, κάπου θα συναντηθούν. Θέλω να ελπίζω, για να μην αυτοκτονήσω (μην κι ανατραπεί ή τάξη και δεν τον ξαναβρώ ποτέ).

Η καταθλιπτική κατάσταση που με βασανίζει δεν μ' αφήνει να εργαστώ αποδοτικά πουθενά.(...) Θαυμάζω τους νέους για την κατάφασή τους στη ζωή, ήθελα να 'μαι σαν κι αυτούς, αλλ' αλίμονο δεν μπορώ ν' αγωνιστώ όπως θα 'θελα (...). Ο κόσμος ελπίζω να καλυτερέψει. Για όλους.(...) Τελειώνω τη ζωή μου με τη δική μου θέληση, και κανένας εκτός από εμένα δεν ευθύνεται για τον θάνατό μου.


Κοραλία Ανδρειάδη Θεοτοκά (1935-1976)
Στις 18 Δεκεμβρίου, με πτώση από την ταράτσα του σπιτιού της, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 90, στην Αθήνα.

Image and video hosting by TinyPic

Όλο το υλικό της ανάρτησης είναι από το περιοδικό η λέξη
τεύχη:
-10/Δεκέμβρης '81
-59-60/Νοέμβρης '86
-107/Γενάρης '92


Ακόμα:
Η Κοραλία Θεοτοκά στα Αυτοβιογραφικά

από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 26.11.07 2 comments

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

1 ~ Κώστας Καρυωτάκης: "Τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει"

Ιδανικοί Αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέπτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελείωσαν" ψιθυρίζουν "τώρα",
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά'

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί'

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ -
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

υ.γ.: Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. - K.K.


Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)
21 Ιουλίου, με περίστροφο, στην Πρέβεζα.
el.wikipedia.org: ...δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. [….]Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. [….] Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδελφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια. Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι "ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη". Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι "δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του". Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε απο τη νόσο. Το έργο, πολύ πρίν μάθει οτι πάσχει απο σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό. Το πως η πρώτη νόσος ουσιαστικά τον οδήγησε στη δεύτερη, περιγράφεται στο τελευταίο του σημείωμα.

Image and video hosting by TinyPic
-φωτoγραφία: arcadia.ceid.upatras.gr-

από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 2.11.07 1 comments