χωρίς άλλη αναβολή

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

61 ~ Βάτσελ Λίντζι: πάνω από την θάλασσα των Θρήνων

Ερωτευμένα φαντάσματα

"Πες μου, τα ερωτευμένα φαντάσματα
πού βρίσκουν τα νυφικά πέπλα τους;"

"Αν εσύ κι εγώ ήμασταν ερωτευμένα φαντάσματα
θα σκαρφαλώναμε στους γκρεμούς του Μυστηρίου
πάνω από την θάλασσα των Θρήνων.
Θα στόλιζα τα γκρίζα κυματιστά μαλλιά σου
με πέπλα της Φαντασίας
από το δέντρο της Μνήμης.
Εκεί τα ερωτευμένα φαντάσματα
βρίσκουν τα νυφικά πέπλα τους"

μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

Ο ποταμός Κόγκο
(Σπουδή της νέγρικης φυλής)-αποσπάσματα-

Ι. Η αρχέγονή τους αγριότητα
Ύστερα πέρα ως πέρα σ' εκείνη την ακροποταμιά,
σε χιλιάδες μίλια,
κανίβαλοι με στιγματισμένο το κορμί τους,
χόρευαν σε σειρές.
Τότε άκουσα τη βουή το λάγνου τραγουδιού
που διψούσε για αίμα
κι ένα κόκκαλο από μερί να χτυπά
ένα τενεκεδένιο γκογκ.
... ... ...

ΙΙ. Η αχαλίνωτη ευθυμία τους
Το εβένινο παλάτι υψώθηκε
ανάμεσα από τ' ανθισμένα δέντρα,
ως τον βραδινό ουρανό.
Οι στοές και τα παραθυρόφυλλα άστραψαν
από το χρυσάφι, το φίλντισι και το ελεφαντοκόκκαλο.
Κι ο μαύρος όχλος ξεκαρδιζόταν στα γέλια
ώσπου πονούσαν τα πλευρά του,
βλέποντας τον πίθηκο-αρχιτρίκλινο
στην αχάτινη πόρτα,
και για τις πασίγνωστες μελωδίες
της ορχήστρας των παπαγάλων
που τιτίβιζαν στους θάμνους της μαγικής εκείνης χώρας.
... ... ...

ΙΙΙ. Η ελπίδα της θρησκείας τους
Κι ο γκρίζος ουρανός ανοίχτηκε όμοιος με νιόκτιστο πέπλο,
και φάνηκαν οι απόστολοι με τους φολιδωτούς θώρακές τους.
Ντυμένοι με ατσάλι άσπρο, αστραφτερό,
κάθουνταν γύρω-γύρω,
και τα φλογερά τους μάτια παρακολουθούσαν
τα στριφογυρίσματα του Κόγκο.
Και οι δώδεκα απόστολοι από τον ψηλό τους θρόνο
έκαμαν ολάκερο το δάσος ν' ανατριχιάζει
με τη βαριά, ουράνια φωνή τους:

(Τραγουδιέται πάνω στο σκοπό: "Ακούστε δέκα χιλιάδες άρπες και φωνές").
"Ο Μπούμπο Τζούμπο θα πεθάνει στη ζούγκλα
ποτέ πια δεν θα σας ρίξει μάγια,
ποτέ πια δεν θα σας φέρει συμφορές,
ποτέ πια δεν θα σας ρίξει μάγια,
ποτέ πια δεν θα σας φέρει συμφορές".
... ... ...

μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Nέγροι ποιητές - Πρόσπερος, 1982


Ευκλείδης

Ο γέρο-Ευκλείδης χάραξε έναν κύκλο
πάνω στην αμμουδιά, πολλά-πολλά χρόνια πριν.
Τον μπέρδεψε και τον ένωσε
με διάφορες γωνίες, με διάφορους τρόπους.
Οι μαθητές του με τα γκρίζα γενάκια
νεύαν και συζητούσαν πολύ
για τόξα και περιφέρειες,
διάμετρο κι άλλα τέτοια.
Ένα παιδάκι σιωπηλό στεκόταν δίπλα
απ' το πρωί ως το μεσημέρι
βλέποντας να σχεδιάζουν τέτοιες χαριτωμένες
στρογγυλές ζωγραφιές του φεγγαριού.

μετάφραση: Τάσος Κόρφης
~ Νέα Εστία - τχ. 976, Μάρτιος 1968


Ο Αβραάμ Λίνκολν βαδίζει τα μεσάνυχτα
στο Springfield - Illinois


Είναι σημαδιακό και βαρυσήμαντο που εδώ,
μες στη μικρή μας πόλη, τα μεσάνυχτα,
μια πένθιμη μορφή βαδίζει εδώ κι' εκεί,
στο δικαστήριο το παλιό κοντά, χωρίς αναπαμό.

Σιμά στο σπιτικό του ή σε σκιερές αυλές
περιπλανιέται εκεί που τα παιδιά του συνηθίζανε να παίζουνε,
στην αγορά ή στο τριμμένο το λιθόστρωτο.
Με βήματα γοργά βαδίζει ώσπου να σβήσουν τ' άστρα τα ορθρινά!

Είναι λιγνόκορμος, στητός. Το χρώμα του προσώπου μπρούτζινο.
Η μαύρη του ξεθωριασμένη φορεσιά, η μπέρτα του η παλιά και το περίφημο ψηλό καπέλο του
φκιάνουνε τη μεγάλη αυτή παράξενη και κοσμαγάπητη μορφή,
το δικηγόρο τον αγροτικό και τον αφέντη μας.

Δεν ειμπορεί πια τώρα να κοιμάται στη λοφοπλαγιά του.
Ανάμεσά μας βρίσκεται όπως άλλοτες.
Κι' εμείς που ξαγρυπνούμε ώρες πολλές, βαθιάν ανάσα παίρνουμε
και τρέχουμε να τονέ δούμε, ως την πόρτα δρασκελά.

Με το κεφάλι του σκυφτό, τους βασιλιάδες συλλογιέται και την ανθρωπότητα.
Γιατί όταν ο κόσμος ο βαρύθυμος θρηνεί, πώς θα μπορούσε αυτός να κοιμηθεί;
Πλήθος αγρότες μάχονται χωρίς να ξέρουν το γιατί
και μες σε μαύρο τρόμο σπιτικά πολλά θρηνούν.

Οι αμαρτίες των αφεντάδων του πολέμου την καρδιά του καιν.
Βλέπει τα πλοία τα πολεμικά να σκίζουν τους ωκεανούς.
Σηκώνει τώρα πα στους ώμους, τους τυλιγμένους με την μπέρτα του,
του κόσμου όλες τις πίκρες, τη μωρία και τον πόνο του.

Δεν μπορεί να 'βρει αναπαμό ώσπου να φέξει στις ψυχές
η λαμπερή ελπίδα μιας Ευρώπης λεύτερης:
Των γνωστικών ανθρώπων η ένωση, των εργατών η Γη,
Ειρήνη φέρνοντας μακρόχρονη στους Κάμπους, στα Πελάγη, στα Βουνά!

Ραΐζεται η καρδιά του που οι βασιλιάδες είναι αναγκασμένοι ακόμα να σκοτώνουν,
που ο μόχτος του για τους ανθρώπους μοιάζει να 'ναι μάταιος.
Και ποιος μπορεί να φέρει την ειρήνη τη λευκή, που να μπορεί
και πάλι αυτός να κοιμηθεί πάνω στο λόφο του;

μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Νέα Εστία - τχ. 1304, Νοε. 1981


Η βροχή, το φεγγαρόφωτο και η δρόσο

[....]
Ώριμο στάρι κι ανεμώνες πορφυρές
ας χαρίσουμε στον κάθε απόκληρο του κόσμου,
μια γωνιά γαλήνια για το βράδυ,
κι από πάνω του τ' αστέρια να τον σκέπουν.

Ένα δίχτυ που το φως του φεγγαριού
να τυλίγει' και γρασίδι μες στον ήλιο'
ένα μέρος για δουλειά' κι όταν ο μόχτος
θα τελειώνει, μια γωνιά για τα όνειρά του.

μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
~ Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως - εκδ. Παρουσία, 1999
(αναδημοσίευση από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί και Άγγλοι Λυρικοί)



Nicholas Vachel Lindsay (1879-1931)Στις 5 Δεκεμβρίου στο σπίτι του, στο Σπρίνγκφιλντ (Ιλινόις), καταπίνοντας απολυμαντικό υγρό. Με καταβεβλημένη υγεία μετά από πολύμηνο κουραστικό ταξίδι, βυθισμένος στην κατάθλιψη, όντας σε δεινή οικονομική κατάσταση και με την καριέρα του σε φθίνουσα πορεία. Έχοντας εμφανίσει παρανοϊκό παραλήρημα που το εκδήλωνε με αιφνίδια ξεσπάσματα οργής κατά τη δημόσια λειτουργία του, και με βίαιη συμπεριφορά προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, πράγματα που είχαν επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις του με την οικογένειά του και με το περιβάλλον του.

Image and video hosting by TinyPic

-φωτ: popartmachine.com-
Links:
- Vachel Lindsay's Life
-
Nicholas Vachel Lindsay Collection
-
Vachel Lindsay

από Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ.. _Permalink ---> 25.5.11

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

<< Home