χωρίς άλλη αναβολή

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

55 ~ Αττίλα Γιόζεφ: Σύντομα πια θ' αφανιστώ

Αγνή καρδιά

Δίχως μητέρα και πατέρα
Και λίκνο ή κάσα, πάντα πέρα
Από θεό κι από πατρίδα,
Δίχως φιλί, φίλη δεν είδα.

Τίποτα τρεις ημέρες' τ' όντι
Ψωμί δε δάγκωσε το δόντι.
Τη δύναμη όλη βίου εντίμου
Πουλώ — τα χρόνια τα είκοσί μου.

Κανείς γι' αυτήν, κανείς πελάτης;
Μόνος ο διάβολος μπροστά της.
Η αγνή καρδιά μου πια εξοργίστη.
Φονιάς θα γίνω, μα την πίστη.

Με πιάνουνε και με κρεμάνε
Και στ' άγιο χώμα με πετάνε.
Τώρα η υπέροχη καρδιά μου
Λιπαίνει τα χορτάρια χάμου.
1925

απόδοση: Γιάννης Ρίτσος

Ωδή
Άσμα επικουρικό

Το τραίνο με τραβάει. Σ' ακολουθώ.
Ίσως και να σε φτάσω τώρα ακόμα,
Ίσως να σβήσω του μετώπου μου τον πυρετό,
Ίσως μου πει γλυκά τ' ωραίο σου στόμα:

Δεν παίρνεις το λουτρό σου — το νερό είναι χλιαρό.
Πάρε και την πετσέτα σου, σκουπίσου.
Η πείνα σου ας πραΰνει, σου 'χω κρέας ψητό.
Κει που πλαγιάζω, η κλίνη είναι δική σου.
1932

απόδοση: Γιάννης Ρίτσος

Συνείδηση

1.
Έλυσε η αυγή τον ουρανό απ' τη γη
και στον καθάριον απαλό της λόγο
έντομα και παιδιά, σαν σπόρος ώριμος,
ξεχύθηκαν στο φως της μέρας.
Καν πάχνη δεν θολώνει τον αέρα
και πλέει παντού αυτή η διαύγεια απαστράπτουσα.
Χτες βράδυ, σαν σκώροι μικροσκοπικοί,
τα φύλλα κάλυψαν τα δέντρα.

2.
Στα όνειρά μου ήταν που είδα ζωγραφιές
πιτσιλισμένες με γαλάζιο, κόκκινο και κίτρινο
και συλλογίστηκα πως να! του κόσμου η τάξη,
ούτ' ένας κόκκος σκόνη που να μη βρίσκεται στη θέση του.
Τώρα σκιές αχνές τα όνειρά μου
στα μέλη μου. Κι ο σιδηρούς κόσμος ο κανόνας.
Όλη τη μέρα ένα φεγγάρι μέσα μου ανατέλλει
ενώ ένας ήλιος φέγγει εντός μου κάθε νύχτα.

7.
Κοίταξα ψηλά μέσα στη νύχτα
κι είδα τον οδοντωτό τροχό των άστρων.
Ο αργαλειός του παρελθόντος νόμους ύφαινε
από αστραφτερά νήματα αλλαγής.
Ύστερα, απ' τ' αχνισμένα μου όνειρα
ξανακοίταξα ψηλά τον ουρανό
κι είδα πως η ύφανση του νόμου
όπως και να 'ταν, θα 'χε και τα λάθη της.

6.
Βλέπεις πως υποφέρω μέσα μου βαθειά,
αλλά οι αιτίες βρίσκονται εκτός μου.
Πληγή σου είναι ο κόσμος, καίει και πάλλεται
και πυρετός στο δέρμα σου η ψυχή σου.
Είσαι σκλάβος, ενόσω χρειάζεσαι την επανάσταση.
Θα είσαι ελεύθερος σαν σταματήσεις
να χτίζεις ένα τέτοιο σπίτι
που οι άρχοντες θα ζήλευαν και θα ήθελαν να μείνουν.

8.
Άκουγε η σιωπή προσεκτικά καθώς χτυπούσε το ρολόι μία.
Έβλεπες τα παιδικά σου΄χρόνια μες στα μάτια.
Ακόμα και μέσ' απ' αυτά τα σπίτια τα υγρά
που 'ναι χαμένα στην αθάλη μπορείς να φανταστείς
κάποια ελευθερία, σκέφτηκα. Αλλά, όπως σηκωνόμουνα,
ο αστερισμός και τ' άστρα, ανάψαν,
λέει, σαν κάγκελα της φυλακής
πάνω από ένα σιωπηλό κελί.

9.
Άκουσα το κλάμα του σιδήρου.
Άκουσα το γέλιο της βροχής,
είδα να κλονίζεται το παρελθόν
και ξέρω πως μόνο οι ιδέες μπορούν να ξεχαστούν.
Τώρα το βλέπω πως το μόνο που μπορώ είναι ν' αγαπώ
και να λυγίζω κάτω από το βάρος του φορτίου μου.
Αλλά γιατί θα πρέπει να σφυρηλατήσω ένα όπλο
όλο φτιαγμένο από σένα, χρυσή συνείδηση!

10.
Ενήλικος είναι αυτός οπού δεν έχει
ούτε μάνα ούτε πατέρα στην καρδιά του,
αυτός που ξέρει πως δέχεται τη ζωή
σαν κάτι επιπλέον εκ μέρους του θανάτου
και, σαν κάτι που βρέθηκε τυχαία, μπορεί
να το επιστρέψει οποτεδήποτε - γι' αυτό και το κρατεί.
Δεν είναι κανενός θεός ή ιερέας,
μήτε του εαυτού του καν.

12.
Ζω κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Βλέπω τα τραίνα να περνάνε.
Τη λαμπερή μύγα του παράθυρου
μες στο παλλόμενο, λιναρένιο σκότος.
Κι έτσι περνάνε βιαστικά
μες στο αιώνιο σκοτάδι οι φωτισμένες μέρες
και μόνο εγώ στου κάθε βαγονιού το φως
στέκομαι ακουμπώντας στους αγκώνες μου, χωρίς μιλιά.

μτφ: Ανδρέας Αγγελάκης

Έναν αναγνώστη μόνο

Ο στίχος μου έναν αναγνώστη μόνο θέλει,
Μονάχα αυτόν που μ' αγαπάει και με γνωρίζει,
Αυτόν που ενώ μέσα στο τίποτε αρμενίζει
Σα μάντης ξέρει ό,τι μες στ' αύριο ανατέλλει.

Γιατί η σιωπή παρουσιάστη στα όνειρά του
Συχνά μ' ανθρώπινη μορφή, κ' εκεί στα βάθη,
Πλάι-πλάι η τίγρις και το τρυφερούλι ελάφι
Αργοπορούνε πότε-πότε στην καρδιά του.
1937

απόδοση: Γιάννης Ρίτσος

Σύντομα πια θ' αφανιστώ

Σύντομα πια θ' αφανιστώ μ' όλο μου τ' άχτι
Όπως των ζώων τα χνάρια σ' ένα δάσος μακρινό.
Απ' τα δικά μου έχει απομείνει μόνο στάχτη
Μα κάποια μέρα θα 'πρεπε να κάνω το λογαριασμό.

Σα νέο βλαστάρι το παιδιάστικο κορμί μου
Από καυτές καπνιές έχει για πάντα ξεραθεί,
Η θλίψη έχει τσακίσει την όρθια ψυχή μου
Καθώς γυρνώ ξανακοιτάζοντας τη ζωή.

Κάποτε, ταξιδεύοντας σε παράξενα μέρη,
Ηεπιθυμία μού έμπηξε τα δόντια στο κορμί
Και τώρα η θλίψη, να, που μ' έχει φέρει.
Α, να μην είμαι ακόμη ένα δεκάχρονο παιδί.

Μου τάλεγε η μητέρα μου και τότε εγώ γελούσα,
Τα λόγια της δεν τα 'παιρνα στα σοβαρά,
Μετά, ορφανός, χωρίς αγάπη τριγυρνούσα
Κι ο αφέντης με κορόιδευε στη μύτη μου μπροστά.

Α, νιότη, πώς μου φάνταξες, πράσινη λάμψη, θε μου,
Δάσος αιώνια πράσινο μ' αστείρευτη ευωδιά
Και τώρα ακούω περίλυπος στο πέρασμα του ανέμου
Να βόγγουν, να τριζοβολούν τα ολόγυμνα κλαδιά.
1937

απόδοση: Γιάννης Ρίτσος


Attila József (1905-1937)
Στις 3 Δεκεμβρίου, σ' ένα παραλίμνιο χωριό στις όχθες της Μπάλατον, πέφτοντας στις ράγες ενώ ξεκινούσε το τραίνο. Υποφέροντας από κατάθλιψη και μετά από νοσηλεία για σοβαρότατη νευρασθένεια. Είναι η επικρατέστερη εκδοχή για τον θάνατό του, αν και υπάρχουν κάποιοι που μιλούν για ατύχημα. Ζώντας δύσκολα, με τραυματική παιδική ζωή, και έχοντας κι άλλες φορές προσπαθήσει να βάλει τέλος στη ζωή του, όντας στην τρυφερή ακόμα ηλικία.




* Τα 4 ποιήματα σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου, είναι από το βιβλίο Αττίλα Γιόζεφ, Ποιήματα - εκδ. Κέδρος, 1975

* Το ποίημα "Συνείδηση", σε μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη, είναι από το λογοτεχνικό περιοδικό η λέξη, τχ. 67, Σεπτέμβριος ΄87

- φωτ: ungarn-guide.com -

Link:
- Αττίλα Γιόζεφ: δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή, στα Αυτοβιογραφικά

από Κατερίνα Σ.Μ.. _Permalink ---> 19.1.11 0 comments