χωρίς άλλη αναβολή

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

64 ~ Κλεάνθης Τριαντάφυλλος: Α! πολύ δε θα βαστήξω!

Λαέ - Βασιλιά

Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ' η στάνη!...

Λαέ, μεγάλε Βασιλιά, που παίζεις με το Θρόνο,
που μία σκούφια νυχτικιά για στέμμα τού περνάς'
που του φωνάζεις άξαφνα: "Γκρεμίσου! σε σαρώνω!"
Τι μαύρο μαύρο μήνυμα για μερικούς μηνάς
και τι κακούργιο μούντζωμα με τον καινούριο χρόνο;

A! μούντζωμα μουντζούρωμα δεν έδωκες ακόμα
σ' εκείνους οπού σ' έχουνε μουντζουροβουτηχτό...
Μα τα 'χασες και συ, λαέ! είν' η πατρίδα κόμμα,
σε ζώνει με συνδυασμό αδιάντροπομ φριχτό
και σε ζαλίζ' η φοβερή της ρουσφετίλας βρώμα!

Λαέ, σε κλέβουν, σε γελούν μεγάλοι τσαρλατάνοι!
πριν φας εσύ την κότα σου την τρώει η αλεπού!
Το βιος σου ξένοι χαίρονται και μοιάζεις τον τσοπάνη
που μες στη βαρυχειμωνιά δεν ξέρει από πού
στου λύκου τον αγριεμό θα πρωτοτρέμ' η στάνη!...

Ο Ραμπαγάς

Θες την εξουσία
πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία
γίνε Ραμπαγάς!

Με τους δημοκράτες
είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες
να καλοπερνάς.

Πιφ! παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω.

Πιφ! παφ! πετσώματα
κι είμαι παντ' αγάς
μ' όλα τα κόμματα
ο Ρα - ο Ραμπαγάς!

Σκύλος που γαυγίζει
όξ' απ' την αυλή
που τα δόντια τρίζει
και σε απειλεί.

Που γρινιάζει, στρίφτει,
σαν τον κυνηγάς
κι αν τ' ανοίξεις γλείφει...
Να ο Ραμπαγάς!

Πιφ! παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω.

Όσους μ' έχουν στύλο
της αριστεράς,
στην οργή θα στείλω
αν φανεί παράς.

Βούρλο που λυγάει
όπως κι αν λυγάς,
χέλι που γλιστράει,
είν' ο Ραμπαγάς.

Χρώμα πως αλλάζω!
Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω,
παρδαλός δειπνώ.

Είμαι τέλος σβούρος
κρίνε με, ιδού!
Ως ο Κουμουνδούρος
κρίνει το Σαρδού.

Είπαν του Γαμβέττα
μοιάζω, αμή δε;
Ραμπαγά πορτραίτα
γύρω σου ιδέ.

Είναι κι η Αθήνα
ένα Μονακό,
π' αγριεύει η πείνα
τον πολιτικό.

Πιφ! Παφ! πετσώματα
δώσ' μου και τρέχω,
μ' όλα τα κόμματα
σα δεν τον έχω!

Σε μια ξερακιανή

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!
Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί ...πεθαίνω για τσιροσαλάτα.

Όλο γελά, θαρρείς και στα λακκάκια
που βλέπεις στο δροσάτο μάγουλό της
έχουν φωλιά τα γέλια σαν πουλάκια
και κελαδούν σκοπό τους το σκοπό της.

- Με πέθανες! της λέω και γελάει.
Ορκίζεται ποτέ της να μη κλάψει.
Λέει δεν έμαθε ποτέ της να πονάει,
και δεν τη μέλει τι καρδιές θα κάψει.

Ωιμέ! την είδα δάκρυα να χύνει,
να πνίγει το αιώνιό της χάχα,
γιατί στην τραχηλιά της είχε μείνει
μια σούφρα ασιδέρωτη μονάχα.

Εργάτης! Να ο άνθρωπος!..
Το μέτωπό του ιδρώνει,
και όξ' απ' τον παράδεισο
παράδεισο μυρώνει!..
*
Φως, φως ολούθε να χυθή και ν' αχτινοβολήσει
παντού τη νύχτα της ψευτιάς να διώξει, να σκορπίσει,
φως ως και μέσα στις σπηλιές που ζουν οι νυχτερίδες
του κόμματος οι σκοτεινές ψευτοεφημερίδες.
*
Μεγάλε γαλλικέ λαέ με την καρδιά μεγάλη
στα εβδομήντα μην ξεχνάς, στη μαύρη ανεμοζάλη,
τι καρδιοχτύπι νιώσαμε! Και οι σταυραετοί μας
τιμήσανε στο πλάι σου το κοφτερό σπαθί μας.
*
Μες στους εχθρούς που γύρω μας εστήσανε καρτέρι
μονάκριβέ μας αδερφέ σου σφίγγουμε το χέρι
και σένα τυραννοφονιά λαέ της Ιταλίας
π' ακόμα νοιώθ' η σάρκα σου τα νύχια της Αυστρίας
και σένα η αδερφική καρδιά σου δεν ξεχνάει
το αίμα μας που χύθηκε στο Γαριβάλδι πλάι.
*
Ο Ρήγας έκραζεν "ως πότε!"
με πολεμόκραχτη φωνή,
τώρα βρεθήκαν πατριώται
να λεν "παιδιά, υπομονή!".

Υπομονή! ορθά τ' αυτιά μας,
ίσα το σβέρκο, κι ας πατεί
ευνούχος Τούρκος την ουρά μας,
η θέση μας το απαιτεί.

Μούτισες, Ρόκκο; Μα κι όλοι τους
να μούτιζαν οι δημοκρατικοί
ο Ραμπαγάς θα φώναζεν
από τη φυλακή του
ένας κι αν μείνει σκύλαρος,
το μεγαλολαγό,
τον έρμο φοβητσιάρη
μονάχος να φερμάρει
ατρόμητο ζαγάρι
ο Ραμπαγάς εγώ.
*
Τον μάδησες το γάδαρο,
Τρικούπη, το λαό σου!
Δεν περισσεύει τίποτα
απ' την κακομοιριά του
και μοναχό περίσσευμα
θα πάρεις την προβιά του!
*
Κουτέ λαέ που δω κι εκεί
τον ίδρω σου σκορπίζεις
που θρέφεις με το μέλι σου
κηφηναριό σπουδαίο.
*
μ' αλί! στο έθνος που μετρά, μετρά και λογαριάζει
πως έξοδα και φόρους του και λούσο του θε να 'χει
από τσαμπί που το νερό, σαν το γατί, τρομάζει...

(πριν τη φυλακή)Ω! να σε βλέπω, βασιλιά, δαφνοστεφανωμένος
γυρνάς από τον πόλεμο, γυρνάς από τη νίκη...
Τι; τι; τι λέγω;... Όνειρο!... Στο Φάληρο στωμένος
το ρίχνεις έξω, βασιλιά, και δεν πληρώνεις νοίκι.
*
(μετά την καταδίκη)Ω! να σε βλέπω, Ραμπαγά, δαφνοστεφανωμένος
γυρνάς απ' το κριτήριο, γυρνάς από τη δίκη!
Τι; τι; τι λέγω;... Όνειρο!... Στου Κόκλα μαντρισμένος
το ρίχνεις έξω, Ραμπαγά, και δεν πληρώνεις νοίκι.

Χειμωνιάτικο τραγούδι
Μες στη φυλακή τι κρύο
και νερόν οι τοίχοι στάζουν.
Το νερό μου κρουσταλλιάζει,
τα παπούτσια μου μουχλιάζουν.
Μου κοκκίνησαν τα μάτια
από το βαρύ συνάχι
κι αυστηρός ο αρχιφύλαξ
ω! που κακό χρόνο νάχει!
μια κρασιά δεν επιτρέπει
ή καμμιά Ρουμιά να σφίξω
Α! πολύ δε θα βαστήξω!
Α! τι κρύο. α! τι κρύο!
Μάλαμα καιρός για δύο!
... ... ...

Και μέσ' από τα σίδερα της φυλακής ακόμα
δεν κλειέται, δε βουβαίνεται του Ραμπαγά το στόμα,
δεν τονέ σκιάζ' η φυλακή, τα σίδερά της σπάζει
κι ελεύθερη η Ιδέα του πετιέται, φτερουγιάζει!
Του τυραννάτε το κορμί, στη βρώμα τ' αρρωστάτε,
με το φαρμακαγέρι σας, αρρώστιες του κολλάτε,
σαν άνανδροι παλεύετε, ελεύθεροι με σκλάβο
και "γιούχα!" ακούτε του Λαού, αντί ν' ακούτε "μπράβο!"
Χωρίς μαρτύριο καμμιάν Ιδέα δε γεννιέται,
δε θρέφεται, δε χύνεται στον κόσμο θερισμένη!

- Δημοκρατία, μέτρα τους, τους τόσους μάρτυράς σου,
η δάφνη σου ξεφύτρωσεν από τα αίματά σου.

Αδελφέ Γιώργη,
Αυτή την ζωή δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ: Μέσα εις τον μαύρον σάκκον του ταξειδιού, εις την δουλάπαν θα εύρης τα χρήματά μου, περί τα 360 φρ. καθώς και το ρολόγι μου και την αλυσίδα μου. Το τουφέκι δεν επωλήθη. Από τον Σαράντη Οικονόμου παίρνεις 100 δρχ. το αντίτιμον των προς πώλησιν δοθέντων εις αυτόν πραγμάτων. Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τι να κάμω. Σε φιλώ, υγίαινε

Ο αδελφός σου
Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος



Kλεάνθης Τριαντάφυλλος [Ραμπαγάς] (1850 - 1889)
Στις 25 Μαιου, με πυροβολισμό στο κεφάλι του. Με κλονισμένη υγεία, και τα νεύρα του σε κακή κατάσταση, μετά την τελευταία πολύμηνη φυλάκισή του στην οποία καταδικάστηκε - για μία ακόμα φορά - λόγω της αρθρογραφίας, και των ποιημάτων του που δημοσίευε στο δημοφιλές σατιρικό περιοδικό του "Ραμπαγάς", με τα οποία εστρέφετο κατά της βασιλείας, της αυλής και της κυβέρνησης, πιστός στα δημοκρατικά ιδεώδη και τις ανθρωπιστικές ιδέες. Επιθυμώντας να μεταβεί για θεραπεία στην Γαλλία και αδυνατώντας να συγκεντρώσει τα απαραίτητα για το ταξίδι χρήματα. Με άθλια οικονομικά, έχοντας πουλήσει τα έπιπλά του, και μη βρίσκοντας συμπαράσταση από τους παλιούς του φίλους που τον είχαν εγκαταλείψει σχεδόν όλοι. Απογοητευμένος από την στάση τους και όντας σε ηθικό αδιέξοδο. Όπως ανέφερε ο Στέφανος Ξένος στην νεκρολογία του για τον αυτόχειρα: «παραπονιόταν ότι έχασε την πέννα του, δεν μπορούσε να γράψει ούτε δύο γραμμές, είχε τρομερούς κεφαλόπονους, "η όρασίς του εθαμβούτο", δεν μπορούσε να δει μακριά, ακόμα και να περπατούσε δεν μπορούσε ούτε σε μικρή απόσταση. Δηλαδή είχε καταντήσει ένα σωματικό συντρίμμι, αληθινό ράκος.»

Image and video hosting by TinyPic
-εικόνα: wikipedia (:φωτοτσιγκογραφία από
το περιοδικό Ποικίλη Στοά του 1891)-

- Τα δύο πρώτα ποιήματα είναι από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971 του Σπύρου Κοκκίνη - εκδ. Εστία, 1971
- η υπόλοιπη ύλη της ανάρτησης (όπως και οι πληροφορίες για τον θάνατό του) είναι από την Νέα Εστία, τχ. 879 - Φεβρουάριος 1964
από Κατερίνα Σ.Μ.. _Permalink ---> 3.8.11 0 comments